Ο Ολυμπιακός έβαλε πέντε πόντους λιγότερους απ’ όσους στη Μπολόνια, αλλά αντί να χάσει, διέσυρε την Εφές με 89-66. Η ξεκούραση έπειτα από ένα εξαντλητικό ξεκίνημα, η επιστροφή του Μιλουτίνοφ και η εντυπωσιακή διαφορά στην προστασία του ριμπάουντ άλλαξαν τις ισορροπίες. Και υπάρχει μια στατιστική αντίφαση που εξηγεί καλύτερα από το τελικό σκορ την επικράτηση: οι Ερυθρόλευκοι σούταραν οριακά χειρότερα από τον αντίπαλό τους, αλλά εκτέλεσαν 17 περισσότερες φορές.
Ο Ολυμπιακός χρειάστηκε να φτάσει στις 9 Οκτωβρίου για να παίξει επιτέλους μπροστά στον κόσμο του. Είχαν προηγηθεί δύο αναμετρήσεις στο Άμπου Ντάμπι για το EuroLeague Super Cup, άλλες δύο στο Περιστέρι για το ελληνικό Super Cup χωρίς φιλάθλους, τρεις διαδοχικές ευρωπαϊκές έξοδοι σε Βιτόρια, Κάουνας και Μπολόνια, καθώς και η πρεμιέρα του ελληνικού πρωταθλήματος απέναντι στον Ηρακλή στη Θεσσαλονίκη. Οκτώ παιχνίδια μακριά από μια κανονική εντός έδρας ατμόσφαιρα και, κυρίως, ένα πρόγραμμα που άφηνε ελάχιστα περιθώρια για ξεκούραση και προπόνηση.
Η υποδοχή από τους 5.935 θεατές στη SUNEL Arena, το προσωρινό σπίτι των Πειραιωτών, ήταν η μία σημαντική αλλαγή. Η άλλη, αγωνιστικά ουσιαστικότερη, βρισκόταν στις ημέρες που είχαν μεσολαβήσει από την προηγούμενη υποχρέωση.
Από το παιχνίδι της Κυριακής με τον Ηρακλή μέχρι εκείνο της Παρασκευής με την Εφές, ο Γιώργος Μπαρτζώκας είχε τέσσερις ολόκληρες ημέρες χωρίς αγώνα. Μπόρεσε να πραγματοποιήσει τρεις προπονήσεις, κάτι που σε άλλες περιόδους μιας σεζόν μπορεί να θεωρείται αυτονόητο, αλλά για τον Ολυμπιακό των πρώτων εβδομάδων αποτελούσε πολυτέλεια.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια άνετη νίκη με 89-66. Ήταν η πιο πειστική φετινή αμυντική εμφάνιση μιας ομάδας που μέχρι τότε μπορούσε να σκοράρει με αξιοσημείωτη συνέπεια, αλλά δυσκολευόταν να επιβάλει αντίστοιχη σταθερότητα στην άλλη πλευρά του γηπέδου. Και αυτή η διαφορά έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από τους 23 πόντους του τελικού σκορ.
Η άμυνα των 88,2 πόντων και τα πόδια που έλειπαν στη Μπολόνια
Στην ήττα από τη Βίρτους, ο Ολυμπιακός είχε δεχθεί 96 πόντους σε περίπου 75,8 κατοχές. Η αμυντική του αποτελεσματικότητα είχε διαμορφωθεί στους 126,7 πόντους ανά 100 κατοχές, ένα επίπεδο στο οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να κερδίσεις, ανεξαρτήτως της ποιότητας της επίθεσής σου.
Απέναντι στην Εφές, ο ρυθμός παρέμεινε σχεδόν ίδιος, στις 74,8 κατοχές, αλλά οι Τούρκοι περιορίστηκαν στους 66 πόντους και στους 88,2 ανά 100 κατοχές. Η απόσταση των 38,5 πόντων ανά 100 κατοχές δεν προέκυψε, επομένως, επειδή ο Ολυμπιακός επιβράδυνε το παιχνίδι ώστε να περιορίσει τον αριθμό των αντίπαλων επιθέσεων. Το ουσιαστικό ήταν ότι επέτρεψε πολύ μικρότερη παραγωγή μέσα σε έναν αντίστοιχο αριθμό κατοχών.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της σωματικής καταπόνησης που είχε προηγηθεί. Η κόπωση στο μπάσκετ δεν εκδηλώνεται υποχρεωτικά με μια κακή επιθετική βραδιά. Μια ομάδα μπορεί να συνεχίσει να σκοράρει χάρη στο ταλέντο, στην ποιότητα των συνεργασιών και στην ικανότητα των παικτών της να δημιουργούν καλάθια ακόμη και υπό δύσκολες συνθήκες. Είναι συνήθως πολύ δυσκολότερο να διατηρεί την ίδια συνέπεια στην άμυνα, όπου απαιτούνται συνεχείς μετακινήσεις, έγκαιρες περιστροφές, συγκέντρωση και επαναλαμβανόμενες προσπάθειες μέχρι να ολοκληρωθεί πραγματικά μια κατοχή.
Στη Μπολόνια, ο Ολυμπιακός είχε σκοράρει 94 πόντους και είχε χάσει. Απέναντι στην Εφές, σκόραρε πέντε λιγότερους και κέρδισε με 23. Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει πόσο ακριβώς συνέβαλε η ξεκούραση, φωτίζει όμως τη σημασία της αμυντικής μεταβολής. Η αποτελεσματικότητα των δύο αντιπάλων στα δίποντα είναι αποκαλυπτική. Η Βίρτους είχε 24/37, δηλαδή 64,9%, ενώ η Εφές περιορίστηκε στα 11/28, μόλις 39,3%. Πρόκειται για διαφορά 25,6 ποσοστιαίων μονάδων.
Υπάρχει βέβαια μια απαραίτητη επιφύλαξη: οι δύο ομάδες έχουν διαφορετική αγωνιστική συγκρότηση και η Εφές έφτασε στην Αθήνα χωρίς τον Μάικ Τζέιμς, ο οποίος είχε υποστεί σοβαρό τραυματισμό στον αχίλλειο τένοντα απέναντι στον Ερυθρό Αστέρα. Η απουσία ενός δημιουργού τέτοιου επιπέδου επηρεάζει αναπόφευκτα τις επιθετικές δυνατότητες οποιασδήποτε ομάδας.
Η αμυντική βελτίωση του Ολυμπιακού είναι αδιαμφισβήτητη ως αποτέλεσμα. Το να χρεωθεί ολόκληρη στη μεγαλύτερη φρεσκάδα θα ήταν εξίσου αυθαίρετο με το να αγνοηθεί ο ρόλος της.
Οι προηγούμενοι αντίπαλοι ανανεώναν σχεδόν τα μισά χαμένα σουτ τους, η Εφές μόλις το 22,2%
Το αμυντικό πρόβλημα του Ολυμπιακού στις τρεις πρώτες αγωνιστικές δεν περιοριζόταν στην αποτελεσματικότητα των αντιπάλων στα σουτ. Είχε και μια δεύτερη, ιδιαίτερα επιβαρυντική διάσταση: την αδυναμία να εξασφαλίζει την κατοχή μετά την αρχική άστοχη εκτέλεση.
Στα παιχνίδια με Μπασκόνια, Ζαλγκίρις και Βίρτους, οι αντίπαλοι ανανέωσαν συνολικά το 41,5% των διαθέσιμων επιθετικών ριμπάουντ. Σχεδόν κάθε δεύτερη διαθέσιμη διεκδίκηση μετά από δικό τους άστοχο σουτ κατέληγε ξανά στα χέρια τους. Αυτό σήμαινε ότι ακόμη και μια επιτυχημένη πρώτη αμυντική προσπάθεια συχνά δεν ήταν αρκετή. Οι αντίπαλοι αποκτούσαν δεύτερες ευκαιρίες, η άμυνα αναγκαζόταν να παραμένει σε εγρήγορση για περισσότερη ώρα και η επιβάρυνση μεγάλωνε από κατοχή σε κατοχή.
Στη Μπολόνια, η Βίρτους είχε συγκεντρώσει 20 επιθετικά ριμπάουντ, με τον Ολυμπιακό να εξασφαλίζει μόλις το 52,4% των διαθέσιμων αμυντικών ριμπάουντ. Απέναντι στην Εφές το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε στο 77,8%. Οι Τούρκοι περιορίστηκαν στα οκτώ επιθετικά ριμπάουντ και ανανέωσαν μόλις το 22,2% των διαθέσιμων διεκδικήσεων.
Εδώ βρίσκεται μια από τις ουσιαστικότερες αλλαγές σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωπαϊκές εμφανίσεις: ο Ολυμπιακός δεν αρκέστηκε στο να δυσκολεύει το σουτ, αλλά ολοκλήρωνε πολύ συχνότερα την αμυντική του δουλειά. Η εξήγηση, όμως, δεν μπορεί να περιοριστεί μονάχα στα πιο ξεκούραστα πόδια.
Η επιστροφή του Μιλουτίνοφ άλλαξε τη σύνθεση της ρακέτας
Ο Νίκολα Μιλουτίνοφ είχε αγωνιστεί μόλις εννέα λεπτά στη Βιτόρια και είχε απουσιάσει από τις αναμετρήσεις με τη Ζαλγκίρις και τη Βίρτους. Επέστρεψε απέναντι στον Ηρακλή και στη συνέχεια ήταν ξανά διαθέσιμος για το παιχνίδι με την Εφές, δίνοντας στον Μπαρτζώκα μια σημαντική επιπλέον λύση στη θέση του σέντερ.
Η παρουσία του είχε ιδιαίτερη σημασία και λόγω της απουσίας του Ντόντα Χολ. Ο Αμερικανός ψηλός είχε πάρει άδεια για προσωπικούς λόγους και ταξίδεψε στις ΗΠΑ, επιστρέφοντας μόλις την Πέμπτη. Δεν είχε ακολουθήσει κανονικά το πρόγραμμα προπονήσεων της εβδομάδας και προτιμήθηκε ο Μπράιαντ Ντάνστον, που είχε προετοιμαστεί με την ομάδα.
Ο Ολυμπιακός, επομένως, δεν αντιμετώπισε την Εφές με την ίδια σύνθεση ψηλών που είχε στη Μπολόνια. Η επιστροφή του Μιλουτίνοφ και η παρουσία των Τζόουνς, Ντάνστον και Εντζάι πρόσφεραν διαφορετική κατανομή χρόνου, σωματικών χαρακτηριστικών και επιλογών μέσα στη ρακέτα.
Ο Μιλουτίνοφ χρειάστηκε μόλις 14:35 για να συγκεντρώσει εννέα ριμπάουντ, εκ των οποίων τα έξι επιθετικά. Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, ιδίως αν συνυπολογίσουμε τον περιορισμένο χρόνο του, αλλά δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι εκείνος μόνος του διόρθωσε το αμυντικό ριμπάουντ. Άλλωστε, από τα εννέα συνολικά ριμπάουντ του, μόλις τα τρία ήταν αμυντικά.
Αυτό που μπορούμε να τεκμηριώσουμε με σαφήνεια είναι η προσφορά του στη διεκδίκηση δεύτερων επιθέσεων, καθώς και το ότι ο Ολυμπιακός είχε ξανά διαθέσιμο έναν ψηλό με σημαντική παρουσία κοντά στο καλάθι.
Ξεχωριστή αναφορά αξίζει και στον Ταϊρίκ Τζόουνς, ο οποίος πραγματοποίησε την πιο μεστή φετινή του εμφάνιση, προσφέροντας ενέργεια, αθλητικότητα και ουσιαστική παρουσία κοντά στο καλάθι. Σε μόλις 15:30 είχε 11 πόντους, 6 ριμπάουντ, εκ των οποίων τα 4 επιθετικά, και 2 ασίστ. Δεν περιορίστηκε στα δυναμικά τελειώματα, αλλά έδωσε στον Ολυμπιακό εκείνο που τόσο του έλειψε στα προηγούμενα παιχνίδια: επιπλέον κατοχές μέσα από την επιθετική διεκδίκηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι Τζόουνς και Μιλουτίνοφ συγκέντρωσαν μαζί 10 από τα 21 επιθετικά ριμπάουντ της ομάδας. Μια συνεισφορά που αποτυπώνει πόσο καθοριστική ήταν η δουλειά των σέντερ στην επικράτηση.
Στην αμυντική πλευρά, η βελτίωση ήταν συλλογική. Είναι χαρακτηριστικό ότι Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Μοντέρο, Ντόρσεϊ και Παπανικολάου συγκέντρωσαν αθροιστικά 14 αμυντικά ριμπάουντ, τα μισά από τα 28 της ομάδας. Οι περιφερειακοί συνέβαλαν καθοριστικά στην ολοκλήρωση των κατοχών, κάτι απαραίτητο όταν ο αντίπαλος διαθέτει κορμιά ικανά να διεκδικούν την μπάλα κοντά στο καλάθι.
Η σύνθεση της αντίπαλης φροντ λάιν προσθέτει μια ακόμη παράμετρο. Ο Μπρούνο Φερνάντο και ο Κάι Τζόουνς αγωνίστηκαν αθροιστικά 37:49, αλλά δεν επιχείρησαν ούτε ένα σουτ εντός παιδιάς. Η Εφές δεν πήρε επιθετική παραγωγή από τους δύο συγκεκριμένους σέντερ και στηρίχθηκε πολύ περισσότερο στις περιφερειακές εκτελέσεις της.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο Ολυμπιακός απέκλεισε κάθε προσπάθεια τροφοδότησής τους. Δείχνει, πάντως, πόσο περιορισμένη ήταν τελικά η συμμετοχή τους στην παραγωγή πόντων, σε μια βραδιά που οι Τούρκοι δυσκολεύτηκαν να δημιουργήσουν αξιόπιστες επιθέσεις κοντά στο καλάθι.
Πώς νικάς με 23 πόντους διαφορά ενώ σουτάρεις χειρότερα
Το πιο παράδοξο στατιστικό στοιχείο της αναμέτρησης αφορά την άλλη πλευρά του γηπέδου. Ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε το παιχνίδι με 48,7% eFG%, ενώ η Εφές είχε 49,2%. Το ποσοστό αποτελεσματικότητας των σουτ, με συνυπολογισμό της μεγαλύτερης αξίας των τριπόντων, ήταν δηλαδή οριακά καλύτερο για την ομάδα που έχασε με 23 πόντους. Κι όμως, οι «ερυθρόλευκοι» είχαν πετύχει 89 πόντους, παρότι περιορίστηκαν στα 8/29 τρίποντα.
Η εξήγηση βρίσκεται πρωτίστως στις επιπλέον εκτελέσεις. Ο Ολυμπιακός επιχείρησε 76 σουτ εντός παιδιάς έναντι 59 της Εφές, αποκτώντας 17 περισσότερες ευκαιρίες να σκοράρει. Στη δημιουργία αυτού του πλεονεκτήματος συνέβαλαν τα 21 επιθετικά ριμπάουντ έναντι οκτώ, αλλά και τα 13 λάθη έναντι 17 των Τούρκων. Το 47,7% στα διαθέσιμα επιθετικά ριμπάουντ αποτελεί εξαιρετικά υψηλή επίδοση. Στην πράξη, ο Ολυμπιακός ανανέωνε σχεδόν τις μισές διαθέσιμες διεκδικήσεις έπειτα από δικά του άστοχα σουτ.
Ο Μιλουτίνοφ πήρε έξι επιθετικά ριμπάουντ, ο Εντζάι πέντε και ο Τάιρικ Τζόουνς τέσσερα. Μόνο οι τρεις τους συγκέντρωσαν 15 από τα 21, αποτυπώνοντας πόσο συστηματικά οι ψηλοί των γηπεδούχων κέρδιζαν επιπλέον ευκαιρίες. Έτσι, ακόμη και όταν η πρώτη εκτέλεση δεν ήταν επιτυχημένη, η επίθεση μπορούσε να συνεχιστεί.
Η διαφορά φαίνεται καθαρά στην κατανομή του σκοραρίσματος. Ο Ολυμπιακός είχε 25/47 δίποντα και η Εφές μόλις 11/28, με αποτέλεσμα οι Πειραιώτες να κερδίσουν 28 περισσότερους πόντους από εκτελέσεις μέσα από τη γραμμή του τριπόντου. Οι Τούρκοι, αντίθετα, ευστόχησαν σε 12 τρίποντα έναντι οκτώ και είχαν πλεονέκτημα 12 πόντων από τα 6,75 μέτρα.
Η διαφορά των 28 πόντων στα δίποντα ήταν αρκετή ώστε να καλύψει αυτή την υστέρηση, ενώ οι επτά επιπλέον πόντοι από τη γραμμή των βολών συμπλήρωσαν το τελικό +23. Η επιθετική κυριαρχία του Ολυμπιακού δεν βασίστηκε, λοιπόν, σε μια βραδιά εξαιρετικής ευστοχίας. Βασίστηκε κυρίως στο ότι δημιουργούσε περισσότερες ευκαιρίες για εκτέλεση και αξιοποιούσε πολύ καλύτερα την περιοχή μέσα από τη γραμμή του τριπόντου.
Τα εννέα λεπτά επιθετικής ασυνέπειας που δεν πρέπει να ξεχαστούν
Μια διαφορά 23 πόντων μπορεί να κρύψει πολλά και ο Ολυμπιακός δεν αποτελεί εξαίρεση. Το δεύτερο δεκάλεπτο ήταν εξαιρετικά κακό επιθετικά και αποτελεί τον σοβαρότερο λόγο για τον οποίο η συγκεκριμένη εμφάνιση δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ολοκληρωμένη.
Μετά το 26-16 της πρώτης περιόδου, οι Πειραιώτες πέτυχαν μόλις εννέα πόντους στη δεύτερη, με 1/10 τρίποντα, δύο ασίστ και επτά λάθη. Η Εφές πλησίασε στο 35-31 του ημιχρόνου, όχι επειδή είχε κυριαρχήσει, αλλά επειδή ο Ολυμπιακός είχε χάσει τη συνοχή των επιθετικών του επιλογών.
Η συνέχεια είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς αναδεικνύει την αλλαγή της ομάδας του Μπαρτζώκα μετά την ανάπαυλα. Στο πρώτο ημίχρονο σημείωσε 35 πόντους με 38 προσπάθειες εντός παιδιάς. Στο δεύτερο πέτυχε 54 πόντους με ακριβώς τις ίδιες προσπάθειες: 38. Το eFG% ανέβηκε από 38,2% σε 59,2%, οι ασίστ αυξήθηκαν από οκτώ σε 15 και τα λάθη περιορίστηκαν από εννέα σε τέσσερα.
Εδώ βρίσκεται μια διαφορετική πλευρά της νίκης, που συνδέεται άμεσα με τη φιλοσοφία του Μπαρτζώκα: η επίθεση έγινε αποτελεσματικότερη όχι επειδή απέκτησε περισσότερες κατοχές σε σχέση με το πρώτο ημίχρονο, αλλά επειδή αξιοποίησε πολύ καλύτερα εκείνες που είχε.
Από τα 20 εύστοχα σουτ εντός παιδιάς στο δεύτερο μέρος, τα 15 συνοδεύτηκαν από ασίστ. Το 75% των εύστοχων καλαθιών προήλθε από καταγεγραμμένη τελική πάσα, ποσοστό που αντανακλά μια ομάδα με μεγαλύτερη συμμετοχή των παικτών της στη δημιουργία και λιγότερη εξάρτηση από τις ατομικές εκτελέσεις. Η αλλαγή δεν περιορίστηκε στην ευστοχία. Τα μόλις τέσσερα λάθη σε ολόκληρο το δεύτερο ημίχρονο επέτρεψαν στον Ολυμπιακό να αποφεύγει τις χαμένες επιθέσεις πριν από το σουτ, κάτι που είχε αποδειχθεί καταστροφικό στη δεύτερη περίοδο.
Μίλερ-ΜακΙντάιρ και Μοντέρο, δύο διαφορετικοί τρόποι να οδηγήσεις την επίθεση: Η σκυταλοδρομία των γκαρντ και το εκρηκτικό τελευταίο τρίλεπτο
Το σημείο στο οποίο ο Ολυμπιακός απέκτησε τον απόλυτο έλεγχο του αγώνα ήταν η εκκίνηση του τρίτου δεκαλέπτου. Μέσα σε 5:27, το 35-31 μετατράπηκε σε 54-36, με επιμέρους 19-5.
Ο Κόντι Μίλερ-ΜακΙντάιρ ήταν καθοριστικός σε αυτή την αλλαγή, σημειώνοντας και τους οκτώ πόντους του στον αγώνα μέσα στο συγκεκριμένο διάστημα, με τέσσερα εύστοχα δίποντα σε ισάριθμες προσπάθειες. Συνολικά έπαιξε μόλις 13:25 και ολοκλήρωσε την αναμέτρηση με οκτώ πόντους, τέσσερα ριμπάουντ, τέσσερις ασίστ και κανένα λάθος. Παρότι δεν είχε μεγάλο χρόνο συμμετοχής, η παρουσία του συνέπεσε με το διάστημα στο οποίο ο Ολυμπιακός μετέτρεψε το εύθραυστο προβάδισμα σε διαφορά ασφαλείας.
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στη διαχείριση των δύο βασικών χειριστών του Μπαρτζώκα: ο ΜακΙντάιρ και ο Μοντέρο δεν συνέπεσαν καθόλου, ούτε ένα δευτερόλεπτο. Τα 13:25 του πρώτου και τα 26:35 του δεύτερου κάλυψαν ακριβώς τα 40 λεπτά του αγώνα, με τον έναν να αντικαθιστά τον άλλο.
Έτσι, ο Ολυμπιακός είχε δύο διαφορετικές πηγές δημιουργίας και προσωπικής εκτέλεσης, χωρίς να χρειαστεί να τις χρησιμοποιήσει ταυτόχρονα. Το τρίτο δεκάλεπτο ανήκε σε μεγάλο βαθμό στον Μίλερ-ΜακΙντάιρ. Το τελευταίο κομμάτι της τέταρτης περιόδου είχε τη σφραγίδα του Ζαν Μοντέρο. Του El Problema που ακόμα και με εκλάμψεις υπενθυμίζει ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο μπασκετικό πρότζεκτ της Ευρώπης σε ατομικό επίπεδο.
Ο 23χρονος γκαρντ είχε μόλις τέσσερις πόντους όταν απέμεναν 2:44 για τη λήξη και ο Ολυμπιακός προηγούνταν ήδη 75-62. Μέχρι εκείνο το σημείο είχε μόλις ένα εύστοχο σουτ σε εννέα προσπάθειες εντός παιδιάς, αλλά στο τελευταίο τρίλεπτο πέτυχε 12 πόντους με 4/5 σουτ και 2/2 βολές.
Αρχικά σκόραρε για το 77-62, στη συνέχεια έκλεψε την μπάλα και ολοκλήρωσε την επόμενη επίθεση, ενώ ακολούθησαν δύο τρίποντα και δύο εύστοχες βολές. Από τους τελευταίους 14 πόντους του Ολυμπιακού, οι 12 ήταν δικοί του. Το ξέσπασμα δεν καθόρισε τον νικητή, καθώς ο Ολυμπιακός είχε ήδη επιβληθεί. Ανέδειξε όμως τη δυνατότητα του Μοντέρο να παράγει πολλούς πόντους σε ελάχιστο χρόνο, ακόμη και έπειτα από μια βραδιά κατά την οποία οι περισσότερες προηγούμενες προσπάθειές του δεν είχαν βρει στόχο.
Η συνολική του παρουσία περιλάμβανε 16 πόντους, τέσσερα ριμπάουντ, δύο ασίστ, δύο κλεψίματα και δύο κοψίματα, με 21 μονάδες στην αξιολόγηση. Η επιθετική του έκρηξη μπορεί να συγκέντρωσε τις εντυπώσεις, αλλά η συνεισφορά του δεν περιορίστηκε στο σκοράρισμα.
Στο ίδιο πλαίσιο αξίζει να σημειωθεί και η παρουσία του Τάισον Γουόρντ. Οι εννέα πόντοι του δεν τον τοποθέτησαν ανάμεσα στους πρώτους σκόρερ, αλλά στα 19:54 που βρέθηκε στο γήπεδο ο Ολυμπιακός είχε +32 στη διαφορά. Το στοιχείο αποτυπώνει την αποτελεσματικότητα των σχημάτων στα οποία συμμετείχε, χωρίς να σημαίνει ότι ο ίδιος ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος γι’ αυτήν.
Το γεγονός ότι ο Ολυμπιακός έφτασε στο 89-66 με εννέα πόντους από τον Βεζένκοφ, επτά από τον Φουρνιέ και τέσσερις από τον Ντόρσεϊ δείχνει πόσο σημαντική ήταν η συνεισφορά των υπόλοιπων παικτών. Δεν χρειάστηκε εξαιρετική επιθετική βραδιά από τα μεγάλα του ονόματα, επειδή είχε εξασφαλίσει πλεονεκτήματα σε άλλους τομείς.
Η ικανότητα να θριαμβεύεις δίχως σπουδαία ποσοστά ή μεγάλη βραδιά από τους σκόρερ σου
Το σημαντικότερο συμπέρασμα από τη νίκη απέναντι στην Εφές δεν είναι ότι ο Ολυμπιακός έλυσε οριστικά τα αμυντικά προβλήματα που εμφανίστηκαν στις προηγούμενες αγωνιστικές. Ένα παιχνίδι δεν αρκεί για να θεμελιώσει τέτοια διαπίστωση, ιδιαίτερα όταν έχουν αλλάξει ταυτόχρονα ο αντίπαλος, οι ημέρες ξεκούρασης και οι διαθέσιμες λύσεις στη ρακέτα.
Είναι, όμως, σαφές ότι μετά τις τρεις προπονήσεις και με τον Μιλουτίνοφ ξανά διαθέσιμο, ο Ολυμπιακός παρουσίασε πολύ καλύτερη αμυντική εικόνα, εξασφάλισε περισσότερες κατοχές και επέβαλε τον τρόπο παιχνιδιού του για μεγάλα διαστήματα. Οι 66 πόντοι παθητικό, το 77,8% στο αμυντικό ριμπάουντ και η συγκράτηση της Εφές στο 39,3% στα δίποντα αποτελούν συγκεκριμένα και μετρήσιμα στοιχεία αυτής της βελτίωσης.
Ταυτόχρονα, το εννεάλεπτο επιθετικό πρόβλημα της δεύτερης περιόδου δείχνει ότι η συνοχή στις αποφάσεις εξακολουθεί να χρειάζεται δουλειά, ενώ τα 21 επιθετικά ριμπάουντ δεν είναι ασφαλές να θεωρούνται επαναλαμβανόμενη συνθήκη. Απέναντι σε μια ομάδα που θα προστατεύει καλύτερα το καλάθι και τη διεκδίκηση, ο Ολυμπιακός θα χρειαστεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και στην πρώτη εκτέλεση.
Κι ενώ η αναμέτρηση με την Εφές πρόσφερε την ευκαιρία να φανεί μια πιο φρέσκια και συγκεντρωμένη ομάδα, το πρόγραμμα θα πυκνώσει ξανά σχεδόν αμέσως. Η επιστροφή στις συνεχόμενες αγωνιστικές υποχρεώσεις θα δοκιμάσει την αντοχή αυτής της αμυντικής συνέπειας, ιδιαίτερα όταν περιοριστεί πάλι ο χρόνος προετοιμασίας.
Αυτό είναι και το πραγματικό μέτρο της εμφάνισης: όχι η άνεση με την οποία ήρθε το 89-66, αλλά η ικανότητα του Ολυμπιακού να φτάσει σε μια τόσο καθαρή νίκη χωρίς να χρειαστεί εξαιρετικά ποσοστά ευστοχίας ή μεγάλη παραγωγή από τους κορυφαίους σκόρερ του.
Ο Ολυμπιακός δεν κέρδισε την Εφές επειδή ήταν εύστοχος. Κέρδισε επειδή περιόρισε δραστικά τις αποτελεσματικές επιλογές του αντιπάλου, προστάτευσε το αμυντικό του ριμπάουντ και δημιούργησε 17 περισσότερες ευκαιρίες για σουτ. Έπειτα από εβδομάδες κατά τις οποίες η επίθεσή του προσπαθούσε να καλύψει τις αμυντικές του αδυναμίες, αυτή τη φορά συνέβη κάτι πολύ πιο κοντά στις απαιτήσεις του Μπαρτζώκα: η άμυνα έδωσε τον πρώτο λόγο και η επίθεση αξιοποίησε όσα της πρόσφερε.

