Η κλιματική αλλαγή δεν δημιουργεί από μόνη της νέους ιούς, αλλά μεταβάλλει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται και μεταδίδονται τα παθογόνα. Η άνοδος της θερμοκρασίας, η μετακίνηση ζώων και πτηνών, αλλά και οι συχνότερες επαφές ανθρώπων με την άγρια πανίδα διαμορφώνουν νέες συνθήκες για την εμφάνιση λοιμωδών νοσημάτων.
Όπως εξηγεί ο αναπληρωτής καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας του ΕΚΠΑ, Γκίκας Μαγιορκίνης, οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν ήδη την εξάπλωση ασθενειών που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν κυρίως τροπικές και πλέον μπορεί να κάνουν την εμφάνισή τους και στην Ευρώπη.
Η αύξηση της θερμοκρασίας ευνοεί την εξάπλωση των κουνουπιών, ενώ οι περιβαλλοντικές μεταβολές μπορούν να οδηγήσουν ζώα και πτηνά σε νέες περιοχές. Την ίδια ώρα, η καταστροφή ή η αλλαγή των οικοσυστημάτων αυξάνει τις πιθανότητες επαφής των ανθρώπων με άγρια ζώα.
Οι νυχτερίδες, για παράδειγμα, αποτελούν φυσικούς ξενιστές πολλών ιών, μεταξύ των οποίων και κορωνοϊών. Ωστόσο, η πιθανή σύνδεση της κλιματικής αλλαγής με την εμφάνιση της COVID-19 δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί πως η κλιματική κρίση προκάλεσε την πανδημία.
Στην Ελλάδα, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ιός του Δυτικού Νείλου, ο οποίος έχει πλέον εξελιχθεί σε μόνιμη απειλή για τη δημόσια υγεία. Η κυκλοφορία του καταγράφεται συνήθως από τα μέσα Ιουνίου έως και τον Σεπτέμβριο, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι σε ορισμένες περιοχές, κυρίως νησιωτικές, μπορεί να διατηρείται ακόμη και κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Στη μετάδοση του ιού καθοριστικό ρόλο έχουν τα κουνούπια, αλλά και ορισμένα είδη πτηνών. Κοράκια, κίσσες και καρακάξες μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί ξενιστές, ενώ η μετακίνηση των πληθυσμών των πτηνών ενδέχεται να επηρεάζει την εξάπλωση της νόσου.
Η συστηματική παρακολούθηση των πληθυσμών των κουνουπιών μπορεί να βοηθήσει τις υγειονομικές αρχές να εντοπίζουν έγκαιρα τις περιοχές όπου αυξάνεται ο κίνδυνος μετάδοσης.
Την ίδια στιγμή, στο επίκεντρο βρίσκεται και το ενδεχόμενο εμφάνισης του δάγκειου πυρετού. Η νόσος δεν θεωρείται σήμερα ενδημική στην Ελλάδα, ωστόσο στη χώρα υπάρχει πλέον ο κατάλληλος φορέας, δηλαδή είδη κουνουπιών που μπορούν να μεταδώσουν τον ιό.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς σε αρκετές ευρωπαϊκές περιοχές έχουν καταγραφεί περιστατικά τοπικής μετάδοσης δάγκειου πυρετού και chikungunya. Η Ιταλία και η Γαλλία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα χωρών όπου έχουν εμφανιστεί τέτοια περιστατικά.
Σύμφωνα με τον κ. Μαγιορκίνη, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να καταγραφεί στο μέλλον εγχώρια μετάδοση και στην Ελλάδα. Η άνοδος της θερμοκρασίας, σε συνδυασμό με την παρουσία των κατάλληλων κουνουπιών, μπορεί να διευρύνει τις περιοχές όπου είναι δυνατή η μετάδοση αυτών των ιών.
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά το παθογόνο που θα μπορούσε να προκαλέσει την επόμενη μεγάλη πανδημία. Ο Γκίκας Μαγιορκίνης σημειώνει ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί με βεβαιότητα ο επόμενος πανδημικός ιός, ωστόσο στους σημαντικούς κινδύνους περιλαμβάνονται οι ιοί της γρίπης, ιδιαίτερα εκείνοι που κυκλοφορούν στους πληθυσμούς των πτηνών.
Ένα πιθανό σενάριο είναι να εμφανιστεί νέο στέλεχος μέσω ανασυνδυασμού διαφορετικών ιών γρίπης, όπως ένας ιός γρίπης των πτηνών και ένας ιός γρίπης των χοίρων. Παράλληλα, δεν αποκλείεται στο μέλλον να προκύψει νέα πανδημία από κορωνοϊό, αν και ο καθηγητής εκτιμά ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να βρίσκεται χρονικά πιο μακριά.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η αλλαγή του κλίματος μεταβάλλει το περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχουν άνθρωποι, ζώα, έντομα και παθογόνα. Αυτό μπορεί να επηρεάσει το πού και πότε εμφανίζονται νέες επιδημίες, καθιστώντας την επιτήρηση και την έγκαιρη προειδοποίηση ακόμη πιο σημαντικές.

