Τη συνάντησα ένα μαγιάτικο μεσημέρι στην Αθήνα, όπου βρέθηκε ως προσκεκλημένη του προγράμματος συγγραφικής φιλοξενίας της γαλλικής πρεσβείας. Η Delphine Grouès —βραβευμένη με το Prix du Quai d’Orsay, διευθύντρια του Ινστιτούτου Δεξιοτήτων και Καινοτομίας στο γαλλικό Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών Sciences Po και συγγραφέας— μιλάει για τη Χιλή με πάθος που δεν κρύβεται.
Το πάθος της για τη χώρα αυτή δεν είναι μόνο λογοτεχνικό· αναδύεται από τις διαδρομές της, τις έρευνες και τις περιπέτειες που έχει ζήσει εκεί. Αποκαλεί τη γεωγραφία της «μοναδικής ομορφιάς»: μια γήινη, μεταλλική, πετρώδης δύναμη που την συναρπάζει κάθε φορά που ταξιδεύει στην Χιλή εδώ και είκοσι χρόνια.
Η πρώτη της γνωριμία με τις κουλτούρες της Λατινικής Ισπανίας ξεκίνησε από τη νεανική ενασχόληση με τη μουσική και τη λογοτεχνία. Είχε ήδη παρακολουθήσει σεμινάρια στην Ισπανία και είχε κάνει Erasmus στη Γρανάδα, όταν μια καθηγήτριά της αφιέρωσε μάθημα στη Χιλή και στο κίνημα του «Νέου Τραγουδιού». «Μας έβαλε ν’ ακούσουμε τρία απ’ αυτά, και ήταν για μένα μια αποκάλυψη», θυμάται —μια αποκάλυψη που την οδήγησε στην απόφαση για μεταπτυχιακό και στη συνέχεια διδακτορικό με θέμα «Κραυγές και Γραφές της καταπίεσης, Χιλή 1880-1973».
Η ακαδημαϊκή πορεία δεν έμεινε μόνο σε θεωρητικά επίπεδα. Όταν επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Χιλή, η εμπειρία την συγκλόνισε: πέρα από την ομορφιά των τοπίων, υπήρχε η ανάγκη να γνωρίσει την ωμή πραγματικότητα του τόπου. Έκτοτε επέστρεψε πολλές φορές, ακόμη και διασχίζοντας την Κορντιγιέρα πάνω σε άλογο, συνοδευόμενη από γκάουτσο και σκυλιά —μια εμπειρία που, όπως λέει, πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις αντίληψης και σε φέρνει σε απόλυτη σύνδεση με τη φύση.
Η Χιλή του σήμερα, κατά την Grouès, είναι μια χώρα των άκρων: οι ερήμους του Βορρά θεωρούνται από τις πιο άγονες στον κόσμο, ενώ ο Νότος πλήττεται από ανταρκτικούς ανέμους· και όλα αυτά σε συνδυασμό με τις δραματικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Τα περιβαλλοντικά ζητήματα απαιτούν άμεσες και δραστικές απαντήσεις, πιο επιτακτικά ίσως απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές του πλανήτη.
Κοινωνικά η Χιλή παραμένει διχασμένη, κυρίως λόγω των συγκρουσιακών μνημών του βάρους του παρελθόντος. Η μνήμη της δικτατορίας είναι παρούσα παντού: «Εκείνη η στιγμή της ρήξης —το πραξικόπημα— είναι η απαραίτητη, για να καταλάβει κανείς τα θεμέλια της Χιλής σήμερα», τονίζει, σημειώνοντας ότι χωρίς την παραδοχή του «Πριν» και του «Μετά» η κατανόηση της χώρας και η οραματική της προοπτική παραμένουν ατελείς.
Ερωτώμενη για το ρόλο της λογοτεχνίας απέναντι στην ιστορική μνήμη, η Grouès ξεκαθαρίζει ότι η λογοτεχνία δεν υποκαθιστά την ιστοριογραφία. Όμως «η λογοτεχνία ξέρει να ελίσσεται ανάμεσα στις σχισμές· να ζωντανεύει αυτό που δύσκολα εκφράζεται, να εισχωρεί στις αμφιβολίες». Μέσω της μυθοπλασίας μπορείς να ακούσεις σιωπηλές ιστορίες, να θέσεις ερωτήματα και να αφυπνίσεις θέματα παρατημένα στη σιωπή —όχι για να διαλευκανθούν γεγονότα, αλλά για να ανοίξουν διάδρομοι κατανόησης.
Στα βιβλία της η Grouès επιχειρεί αυτή την τομή: συνδυάζει την έρευνα με την αφήγηση, φωτίζοντας την ιστορία μέσα από τις ατομικές μοίρες. «Επικεντρώνοντας πάνω σε ένα πρόσωπο, μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μια ματιά πιο σφαιρική», λέει, εξηγώντας ότι η λογοτεχνία μπορεί να κάνει την μεγάλη Ιστορία πιο προσιτή, μέσω του βιώματος των ανθρώπων που την έζησαν.
Η πολιτική, όπως επισημαίνει, ήταν πάντα στο επίκεντρο των ερευνών της, αλλά στη μυθοπλασία αφήνει τους ήρωές της ελεύθερους: παρατηρεί τις επιλογές τους, τις αμφιταλαντεύσεις και τις αποτυχίες τους, χωρίς να επιβάλλει δογματικές θέσεις. «Αν ήθελα να γράφω εκφέροντας άποψη και παίρνοντας θέση, θα διάλεγα το δοκίμιο», παραδέχεται· το μυθοπλαστικό της έργο προτιμά τον πλουραλισμό και τη ρευστότητα πάνω στην ακρίβεια της διδασκαλίας.
Σημαντική θέση στη γραφή της έχουν οι γυναίκες: η ανεξαρτησία, η δύναμη του χαρακτήρα και η ελευθερία επιλογών επανέρχονται ως leitmotiv στα έργα της. Τα μυθιστορήματα Cordillera και Les braises de Patagonie τοποθετούνται στις αρχές και τα μέσα του 20ού αιώνα —χρονικές περιόδους που, όπως λέει, φωτίζουν ζητήματα χειραφέτησης και μορφοποιούν τους χαρακτήρες της.
Τέλος, στην εποχή της αυτοαναφορικότητας και της «λογοτεχνίας selfie», η Grouès παραμένει πιστή στην αφήγηση του άλλου· ενδιαφέρεται για τον πλαδαρό κόσμο των χαρακτήρων και για τις ιστορίες που δεν είναι απαραιτήτως δικές της. «Μέχρι στιγμής με ενδιαφέρει περισσότερο η λογοτεχνία της φαντασίας», αναφέρει, προσθέτοντας ότι οι δημιουργίες μας πάντα φέρουν ίχνη του δημιουργού τους, αλλά η επιλογή της είναι να υπηρετεί τις ζωές των άλλων και τις ιστορικές φωνές που επιμένουν να ακούγονται.

