Η ενίσχυση των αποδόσεων των αμερικανικών κρατικών ομολόγων σε υψηλά πολλών ετών έφερε ισχυρές πιέσεις στη Wall Street, καθώς τα νέα στοιχεία για την αμερικανική οικονομία αναζωπύρωσαν τις ανησυχίες ότι η Federal Reserve μπορεί να χρειαστεί να προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,68%, ο S&P 500 κατά 0,75%, ενώ ο Nasdaq Composite σημείωσε πτώση 1,13%. Με αυτόν τον τρόπο αντιστράφηκε απότομα η άνοδος της Τρίτης, όταν ο Nasdaq είχε βρεθεί σε ιστορικό υψηλό.
Στην Ευρώπη, ο δείκτης STOXX 600 έκλεισε με απώλειες 0,44%, ενώ ο παγκόσμιος δείκτης μετοχών MSCI υποχώρησε κατά 0,73%, διακόπτοντας το ανοδικό σερί τεσσάρων συνεδριάσεων.
Καταλύτης για την κίνηση των αγορών ήταν τα προκαταρκτικά στοιχεία της S&P Global, σύμφωνα με τα οποία ο σύνθετος δείκτης PMI για τη μεταποίηση και τις υπηρεσίες στις ΗΠΑ αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο στις 58,4 μονάδες, από 58,2 μονάδες τον Αύγουστο. Η επίδοση αυτή είναι η υψηλότερη από τον Ιούλιο του 2021 και συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την έντονη αύξηση των νέων παραγγελιών.
«Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μιας οικονομίας όχι απλώς ανθεκτικής, αλλά μιας οικονομίας που υπερθερμαίνεται», δήλωσε ο Will Compernolle, macro strategist της FHN Financial. Όπως σημείωσε, η ισχυρή ανάπτυξη δεν είναι πλέον ισορροπημένη, καθώς εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αυξήθηκε κατά 13,89 μονάδες βάσης, στο 5,106%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007 και τη μεγαλύτερη ημερήσια άνοδο από τον Απρίλιο του 2025.
Ανοδικά κινήθηκε και η απόδοση του 2ετούς ομολόγου, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές των επιτοκίων. Ενισχύθηκε κατά 11,4 μονάδες βάσης, στο 4,891%, ενώ νωρίτερα είχε αγγίξει το 4,947%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2024.
Η απότομη άνοδος των αποδόσεων άσκησε πρόσθετες πιέσεις στις μετοχές, καθώς αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και καθιστά τα ομόλογα πιο ελκυστικά για τους επενδυτές. Παράλληλα, στις αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για τα επιτόκια της Fed, η πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων τον Οκτώβριο αποτιμάται πλέον περίπου στο 66%, από 53% νωρίτερα την ίδια ημέρα.
Ο διοικητής της Fed Michael Barr δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα έκανε την περασμένη εβδομάδα ένα σημαντικό βήμα για την «επαναβαθμονόμηση» του βραχυπρόθεσμου κόστους δανεισμού, με στόχο την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, αφήνοντας παράλληλα να εννοηθεί ότι ενδέχεται να χρειαστούν και νέες αυξήσεις επιτοκίων. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον ετήσιο στόχο του 2%.
Το κλίμα στην αγορά ομολόγων επιβαρύνθηκε και από την ιδιαίτερα ασθενή ζήτηση στη δημοπρασία 5ετών αμερικανικών ομολόγων ύψους 70 δισ. δολαρίων. Οι τίτλοι πωλήθηκαν με τη μεγαλύτερη απόδοση σε δημοπρασία από το 2007, αποτυπώνοντας την ένταση των πιέσεων στην αγορά κρατικού χρέους.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η διάσπαση σημαντικών τεχνικών επιπέδων στις αποδόσεις ενίσχυσε περαιτέρω την κίνηση. «Φαίνεται ότι, προς το παρόν, τα τεχνικά όρια που κρατούσαν τις αποδόσεις υπό έλεγχο τις τελευταίες εβδομάδες έχουν πλέον διασπαστεί», ανέφερε ο Compernolle, προσθέτοντας ότι όταν αποκτάται τέτοια δυναμική, οι επενδυτές εμφανίζονται απρόθυμοι να κινηθούν κόντρα στην τάση.
Στο επενδυτικό επίκεντρο παρέμειναν και οι γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς οι δηλώσεις Ιρανών αξιωματούχων ανέδειξαν τις μεγάλες διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν σχετικά με την επίτευξη συμφωνίας για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Ιρανός ανώτερος αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι η διπλωματική προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί, παρά τις διαφωνίες των δύο πλευρών. Νωρίτερα, ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν είχε δηλώσει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να υποκύψει στις πιέσεις των ΗΠΑ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, μιλώντας στο ίδιο φόρουμ την Τρίτη, είχε απειλήσει ότι θα «εξολοθρεύσει» το Ιράν, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι οι απεσταλμένοι του είχαν πραγματοποιήσει παραγωγικές συνομιλίες με διαμεσολαβητές για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
«Έχουμε περάσει από μια σειρά κύκλων έναρξης και διακοπής», δήλωσε ο Cole Smead, CEO και portfolio manager της Smead Capital Management. «Βρισκόμαστε σε μια αγορά που καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από τη δυναμική. Δεν νομίζω ότι οι περισσότεροι αισθάνονται άνετα να κινηθούν κόντρα στους τίτλους των ειδήσεων».
Οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρέασαν και το πετρέλαιο. Το αμερικανικό αργό WTI ενισχύθηκε κατά 2,3%, στα 92,60 δολάρια το βαρέλι, ενώ το Brent αυξήθηκε κατά 4,28%, στα 103,50 δολάρια.
Οι επενδυτές αναμένουν επίσης τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον. Στο τραπέζι αναμένεται να βρεθούν οι εμπορικές και τεχνολογικές σχέσεις των δύο χωρών, καθώς και οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν.
Η προοπτική υψηλότερων αμερικανικών επιτοκίων ενίσχυσε το δολάριο, το οποίο κινήθηκε σε υψηλά αρκετών εβδομάδων έναντι του ευρώ, της στερλίνας και του καναδικού δολαρίου.
Το ευρώ υποχώρησε κατά 0,55%, στα 1,1384 δολάρια, έχοντας προηγουμένως διολισθήσει έως τα 1,1367 δολάρια, το χαμηλότερο επίπεδο από τις 28 Ιουλίου. Έναντι του ιαπωνικού γεν, το δολάριο ενισχύθηκε κατά 0,61%, στα 158,33 γεν.
Οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι σε μια κίνηση πάνω από τα 160 γεν, λόγω του ενδεχομένου παρέμβασης των ιαπωνικών αρχών. Στην αγορά πολύτιμων μετάλλων, η τιμή του χρυσού spot υποχώρησε κατά 1,64%, στα 4.283,40 δολάρια ανά ουγγιά.

