Η περαιτέρω διάδοση των ηλεκτρονικών συναλλαγών προβάλλει ως κρίσιμο μέσο για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την αύξηση των φορολογικών εσόδων, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική 2026.
Τα στοιχεία που παραθέτει η κεντρική τράπεζα αποτυπώνουν ήδη σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά των καταναλωτών: στο τέλος Μαρτίου 2026 οι ενεργές κάρτες πληρωμών στην Ελλάδα έφτασαν τα 23,6 εκατομμύρια, αυξημένες κατά 6% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, με περίπου το 85% να αφορά χρεωστικές κάρτες και ενίσχυση της χρήσης προπληρωμένων καρτών. Το πρώτο τρίμηνο του έτους καταγράφηκαν σχεδόν 658,3 εκατ. πληρωμές με κάρτες (+11,7% σε ετήσια βάση) και συνολική αξία 18,45 δισ. ευρώ έναντι 16,7 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το 73% των ηλεκτρονικών πληρωμών στην Ελλάδα γίνεται πλέον με κάρτες, ποσοστό που φέρνει τη χώρα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης, πίσω μόνο από την Πορτογαλία και την Κύπρο. Παράλληλα αυξάνεται και η χρήση άλλων ψηφιακών μέσων πληρωμής, όπως το ηλεκτρονικό χρήμα και οι μεταφορές πιστώσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι η διεύρυνση της χρήσης καρτών, η επέκταση των POS και η διασύνδεσή τους με τις ταμειακές μηχανές και τα ηλεκτρονικά συστήματα της ΑΑΔΕ έχουν ήδη συμβάλει σε αισθητή βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και σε σημαντική μείωση του κενού ΦΠΑ. Ωστόσο, επισημαίνει ότι υπάρχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια προόδου, ιδίως σε κλάδους όπου οι συναλλαγές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε μετρητά.
Ιδιαίτερη έμφαση στην Έκθεση δίνεται στους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, τομείς όπου η συναλλαγή με μετρητά διευκολύνει την απόκρυψη εισοδημάτων και τη μη έκδοση αποδείξεων. Στο πλαίσιο αυτό η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει: «Παρά τη σημαντική πρόοδο, οι προσπάθειες για τον περαιτέρω περιορισμό του κενού ΦΠΑ καθώς και της διαφοράς μεταξύ πραγματικής κατανάλωσης και δηλούμενων εισοδημάτων πρέπει να συνεχιστούν» υπογραμμίζοντας ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί «μέσω της ακόμη ευρύτερης προώθησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των ελέγχων, ιδίως στις δραστηριότητες με αυξημένη συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου οι συναλλαγές γίνονται σε μεγάλο βαθμό με μετρητά».
Η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει ήδη αποτυπωθεί στα δημόσια έσοδα: στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα υποχώρησε στο 11,4% το 2023, από 24% το 2019, ενώ τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το 2024 το κενό βρέθηκε κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Για να προχωρήσει περαιτέρω αυτή η μετάβαση, η Τράπεζα της Ελλάδος τάσσεται υπέρ της διατήρησης ή και της διεύρυνσης των φορολογικών κινήτρων προς τους καταναλωτές, καθώς κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή αφήνει ψηφιακό αποτύπωμα που περιορίζει τα περιθώρια φοροδιαφυγής και ενισχύει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Επιπλέον, η Έκθεση ανοίγει το κεφάλαιο της φορολογικής πολιτικής για την ανάπτυξη: η Τράπεζα προτείνει τη διατήρηση και ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης και την εφαρμογή επιταχυνόμενων αποσβέσεων για παραγωγικές επενδύσεις στη βιομηχανία, με στόχο την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, την προσέλκυση νέων επενδύσεων και τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης αναπτυξιακής δυναμικής της χώρας.

