Η στεγαστική κρίση έχει μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των ευρωπαίων πολιτών, με τις υψηλές τιμές και τα ενοίκια να πιέζουν νοικοκυριά, νέους και οικογένειες. Ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Ενέργεια και τη Στέγαση, Νταν Γιόργκενσεν, προαναγγέλλει μέσω της συνέντευξής του στα «ΝΕΑ» νέα μέτρα για την επιτάχυνση της κατασκευής κατοικιών, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας και τη μείωση του κόστους στον κλάδο.
Ο δανός επίτροπος τάσσεται, παράλληλα, υπέρ της αξιοποίησης των κενών κτιρίων και παρουσιάζει επιλογές που θα μπορούσαν να εφαρμόσουν οι τοπικές Αρχές, ώστε περισσότερες κατοικίες να επιστρέψουν στην αγορά και να χρησιμοποιηθούν ως κύριες κατοικίες.
«Η προσιτή στέγαση αποτελεί μία από τις κύριες ανησυχίες των ευρωπαίων πολιτών. Το 40% δηλώνει ότι αποτελεί άμεσο και επείγον πρόβλημα στον τόπο διαμονής του. Το ποσοστό ανεβαίνει σε 51% για όσους κατοικούν σε πόλεις», σημειώνει ο Νταν Γιόργκενσεν.
Όπως αναφέρει, οι αντιδράσεις των πολιτών και οι διαδηλώσεις σε ευρωπαϊκές πόλεις, από τη Μαδρίτη έως την Αθήνα, δεν προκαλούν έκπληξη. Την τελευταία δεκαετία, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 59% στο Βερολίνο, 75% στη Μαδρίτη και 103% στη Λισαβόνα.
«Οφείλουμε να αναλάβουμε την ευθύνη για αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Για μένα, είναι ξεκάθαρο. Αν αποτύχουμε να δώσουμε συγκεκριμένες λύσεις στα προβλήματα των πολιτών, θα χάσουν την εμπιστοσύνη τους στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πολιτικές δυνάμεις και θα στραφούν προς τα άκρα», τονίζει.
Στο πλαίσιο των παρεμβάσεων της Κομισιόν, ο επίτροπος αναφέρεται στον Νόμο για την Προσιτή Στέγαση. Εφόσον εγκριθεί, θα δίνει τη δυνατότητα στις τοπικές Αρχές να παρεμβαίνουν στις περιοχές που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση, επαναφέροντας στην αγορά κατοικίες οι οποίες χρησιμοποιούνται κυρίως για βραχυχρόνιες μισθώσεις ή παραμένουν κλειστές.
«Πρόκειται για ένα μέτρο που, αν αξιοποιηθεί, μπορεί να προσφέρει ανακούφιση αρκετά γρήγορα», επισημαίνει, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι ο Νόμος δεν αποτελεί «μαγική λύση» και δεν μπορεί από μόνος του να αντιμετωπίσει το σύνολο του προβλήματος.
«Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται δράση όχι μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, όπου διαμορφώνεται κατά κύριο λόγο η στεγαστική πολιτική», προσθέτει.
Απαντώντας στις επικρίσεις ότι ο περιορισμός των τουριστικών μισθώσεων δεν αντιμετωπίζει το βασικό έλλειμμα κατοικιών, ο Νταν Γιόργκενσεν υπογραμμίζει πως ο Νόμος μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμο εργαλείο, κυρίως στις πόλεις και στους τουριστικούς προορισμούς.
«Ο Νόμος για την Προσιτή Στέγαση αποτελεί ένα εργαλείο που μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμο, ιδίως για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν την οικονομική προσιτότητα και τη διαθεσιμότητα κατοικιών στις περιοχές που δέχονται τη μεγαλύτερη πίεση, όπως οι πόλεις και οι τουριστικοί προορισμοί», αναφέρει.
Ο επίτροπος σημειώνει ότι η αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και το φαινόμενο των κενών κατοικιών δεν είναι οι μοναδικοί παράγοντες που επιβαρύνουν την αγορά. Χρειάζονται παρεμβάσεις στην προσφορά κατοικιών, στις επενδύσεις και στη μείωση της γραφειοκρατίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Με αφορμή την Ελλάδα, όπου εκτιμάται ότι περίπου μισό εκατομμύριο σπίτια παραμένουν κενά, ο Νταν Γιόργκενσεν εξηγεί ότι οι επιλογές για την αξιοποίησή τους θα πρέπει να γίνουν από τις τοπικές Αρχές, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε περιοχής.
Όπως διευκρινίζει, η ευρωπαϊκή νομοθεσία που προτείνεται δεν επιβάλλει ένα συγκεκριμένο μοντέλο. Οι τοπικές Αρχές θα μπορούσαν, μεταξύ άλλων, να προβλέψουν ότι οι νέες κατοικίες θα διατίθενται για κύρια κατοικία ή για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, όπως όσοι αγοράζουν για πρώτη φορά σπίτι και τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Μία ακόμη επιλογή θα ήταν να μην επιτρέπεται να παραμένουν διαμερίσματα κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, με εξαιρέσεις όταν συντρέχουν λόγοι εργασίας ή υγείας. Θα μπορούσε επίσης να θεσπιστεί η υποχρέωση κύριας διαμονής, ώστε ο ιδιοκτήτης να έχει στο συγκεκριμένο ακίνητο την κύρια κατοικία του.
«Αλλά και πάλι αυτές δεν είναι ενέργειες που θα λαμβάναμε από τις Βρυξέλλες, οι τοπικές Αρχές θα αποφασίζουν ποια μέτρα θα λάβουν», ξεκαθαρίζει.
Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, η ΕΕ έχει ήδη κινητοποιήσει περισσότερα από 47 δισ. ευρώ στον τρέχοντα προϋπολογισμό για κοινωνική, οικονομικά προσιτή και βιώσιμη στέγαση. Παράλληλα, στόχος είναι να κινητοποιηθούν ακόμη 10 δισ. ευρώ το 2026 και το 2027, μέσω δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
Η χρηματοδότηση θα προχωρήσει μέσω της Πανευρωπαϊκής Πλατφόρμας Επενδύσεων, σε συνεργασία με την ΕΤΕπ, εθνικές και αναπτυξιακές τράπεζες.
Ο Νταν Γιόργκενσεν υπογραμμίζει ακόμη ότι η πρόταση της Επιτροπής για το επόμενο ΠΔΠ θέτει τη στέγαση στις βασικές προτεραιότητες των κρατών-μελών, μέσω των Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης. Τα σχέδια αυτά θα επιτρέψουν πιο στρατηγική κατανομή της χρηματοδότησης, με την κοινωνική και οικονομικά προσιτή στέγαση να αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους.
Η πρόταση προβλέπει, επίσης, στήριξη κοινωνικών υποδομών και αναγνωρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι και οι φοιτητές στην πρόσβαση σε κατοικία. Σύμφωνα με τον επίτροπο, οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις μπορούν να ανοίξουν σημαντικά νέα κανάλια χρηματοδότησης για κοινωνική και οικονομικά προσιτή στέγαση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Παράλληλα, ο ίδιος εργάζεται πάνω σε μια «δέσμη μέτρων για την απλούστευση στον τομέα της στέγασης», την οποία αναμένεται να προτείνει το επόμενο έτος. Στόχος είναι να περιοριστούν η γραφειοκρατία, το κόστος και τα διοικητικά βάρη για τον κλάδο.
«Πέρα από την καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων κατοικιών, πρέπει να χτίσουμε περισσότερα σπίτια, με καλύτερες προδιαγραφές και ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη, καθώς αντιμετωπίζουμε μια σαφή ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης κατοικιών», καταλήγει.

