Τα τελευταία στοιχεία του PISA φέρνουν μια εικόνα που λίγοι θα περίμεναν: στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι μαθητές από οικογένειες μεταναστών έχουν, κατά μέσο όρο, καλύτερες επιδόσεις από τους συμμαθητές τους χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο. Πρόκειται για μια σπάνια εξαίρεση στην Ευρώπη, σε μια περίοδο που σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία το χάσμα στις επιδόσεις παραμένει υπέρ των παιδιών χωρίς μεταναστευτική καταγωγή.
Οι μαθητές πρώτης και δεύτερης μεταναστευτικής γενιάς στη Βρετανία συγκέντρωσαν κατά μέσο όρο 1,2 μονάδες περισσότερες στα τεστ μαθηματικών, φυσικών επιστημών και κατανόησης κειμένου του ΟΟΣΑ. Η διαφορά μπορεί να μοιάζει μικρή, όμως το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι επιδόσεις τους δεν υπολείπονται εκείνων των παιδιών που έχουν τουλάχιστον έναν γονέα γεννημένο στη χώρα.
Η Μεγάλη Βρετανία συγκαταλέγεται μαζί με την Κύπρο, το Μαυροβούνιο και τη Μάλτα στη μικρή ομάδα των ευρωπαϊκών χωρών όπου οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης ξεπερνούν τους υπόλοιπους. Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν συγκριθεί με τη μέση διαφορά περίπου 40 μονάδων που καταγράφεται στις φυσικές επιστήμες εις βάρος των μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Στη Γερμανία το χάσμα έχει ανοίξει σε περίπου 80 μονάδες, ενώ η Γαλλία εξακολουθεί να κινείται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αντίθετα, στο Ηνωμένο Βασίλειο η διαφορά σχεδόν μηδενίστηκε το 2025, από περίπου 20 μονάδες που ήταν πριν από δέκα χρόνια.
Η Λουσίντα Πλατ, κοινωνιολόγος στο London School of Economics, μιλά για μια «ιστορία επιτυχίας» που χτίζεται εδώ και χρόνια, ξεκαθαρίζοντας πάντως ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική εξήγηση. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η Νούνι Γιόργκενσεν, ερευνήτρια του Παρατηρητηρίου Μετανάστευσης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σημειώνοντας ότι υπάρχουν αρκετές πιθανές αιτίες, αλλά καμία δεν αρκεί από μόνη της για να ερμηνεύσει το φαινόμενο.
Μία από τις εκδοχές που εξετάζονται αφορά τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης. Τα σχολεία της Αγγλίας έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στην κατάκτηση συγκεκριμένων γνώσεων και λιγότερο σε πιο γενικές δεξιότητες. Ωστόσο, οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης εμφανίζουν επίσης καλές επιδόσεις και στη Σκωτία, όπου αυτές οι αλλαγές δεν εφαρμόστηκαν και τα συνολικά αποτελέσματα του PISA έχουν επιδεινωθεί.
Ένας δεύτερος παράγοντας είναι το υψηλό μορφωτικό επίπεδο πολλών μεταναστών που εγκαθίστανται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με την απογραφή του 2021, το 44% των ενηλίκων που γεννήθηκαν στο εξωτερικό έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι 31% των γεννημένων στη Βρετανία. Αυτό το μορφωτικό κεφάλαιο μπορεί να μεταφράζεται σε υψηλότερες προσδοκίες και πιο ουσιαστική στήριξη προς τα παιδιά.
Στο κάδρο μπαίνει και ο λεγόμενος «παράγοντας Λονδίνο». Η βρετανική πρωτεύουσα συγκεντρώνει μεγάλο μέρος του μεταναστευτικού πληθυσμού, αλλά και ορισμένα από τα καλύτερα σχολεία της χώρας. Δεν είναι σαφές, πάντως, αν τα καλά σχολεία ενισχύουν τις επιδόσεις των μεταναστών ή αν οι οικογένειες με υψηλές εκπαιδευτικές φιλοδοξίες συμβάλλουν στη βελτίωση των ίδιων των σχολείων.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να παίζει και η δομή του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος. Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, το Βέλγιο και η Ολλανδία, οι μαθητές οδηγούνται από νωρίς σε διαφορετικές ακαδημαϊκές ή επαγγελματικές διαδρομές. Εκεί, οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης έχουν περισσότερες πιθανότητες να βρεθούν στην επαγγελματική κατεύθυνση, με αποτέλεσμα οι ανισότητες να παγιώνονται πριν καν φτάσουν στα 15 τους χρόνια.
Η γλώσσα, από μόνη της, δίνει μόνο μέρος της απάντησης. Οι μαθητές δεύτερης γενιάς είναι εκείνοι που στηρίζουν περισσότερο τη βρετανική επίδοση, ενώ οι πρώτης γενιάς εξακολουθούν να υστερούν έναντι των μαθητών που γεννήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και παιδιά που μεγαλώνουν μιλώντας άλλη γλώσσα στο σπίτι φαίνεται ότι μπορούν να καλύψουν σχετικά γρήγορα το αρχικό κενό στα αγγλικά.
Η περίπτωση της Ισπανίας δείχνει ότι η κοινή γλώσσα δεν αρκεί για να φέρει την εκπαιδευτική σύγκλιση. Παρά τη μαζική άφιξη οικογενειών από ισπανόφωνες χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι μαθητές μεταναστευτικής προέλευσης συγκεντρώνουν κατά μέσο όρο περίπου 40 μονάδες λιγότερες στις τρεις βασικές δοκιμασίες του PISA. Η διαφορά αυτή αντιστοιχεί περίπου σε δύο σχολικά έτη.
Το ποσοστό των 15χρονων μαθητών πρώτης ή δεύτερης μεταναστευτικής γενιάς στην Ισπανία ανέβηκε από περίπου 11% το 2015 σε 20,3%, καταγράφοντας άνοδο 85% μέσα σε μία δεκαετία. Την ίδια ώρα, το 49% των διευθυντών σχολείων λέει ότι αντιμετωπίζει έλλειψη εκπαιδευτικών και το 72% κάνει λόγο για έλλειψη βοηθητικού προσωπικού.
Το μήνυμα που προκύπτει είναι καθαρό: ούτε η μετανάστευση ούτε η γλώσσα καθορίζουν από μόνες τους τις σχολικές επιδόσεις. Βαρύτερο ρόλο παίζουν το μορφωτικό και κοινωνικοοικονομικό προφίλ των οικογενειών, οι προσδοκίες των γονέων, οι πόροι των σχολείων και η ικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος να καλύπτει γρήγορα τις αρχικές ανισότητες. Το βρετανικό παράδειγμα δείχνει ότι το εκπαιδευτικό χάσμα δεν είναι αναπόφευκτο, ακόμη κι αν ο ακριβής μηχανισμός της επιτυχίας του παραμένει ανοιχτός.

