Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Μια ιδιαίτερη πορεία ανάμεσα στην επιστήμη και την πολιτική

Share

Η επιρροή του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στην ελληνική κοινωνιολογία και στη δημόσια σφαίρα δεν μετριέται μόνο σε βιβλία και άρθρα· μετριέται στον τρόπο που άλλαξε το ερώτημα για το κράτος, την εκπαίδευση και την κοινωνική κινητικότητα. Θυμάμαι μια συζήτηση το φθινόπωρο του 1999 με τον Σταύρο Ψυχάρη, όταν ανέλαβα την επιμέλεια των σελίδων αρθρογραφίας στο «Βήμα». Ο Ψυχάρης, θέλοντας να περιορίσει τα κείμενα σε σύντομες παρεμβάσεις, σημείωσε: «Εκτός από τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά. Είναι ο στοχαστής που τον διαβάζουν όλοι. Τα κείμενά του δημοσιεύονται με προτεραιότητα. Και δεν τα περικόπτουμε ποτέ – επινοούμε χώρους για να δημοσιευτούν ολόκληρα».

Η αναγνώριση αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Ο Τσουκαλάς, που είχε ξεκινήσει από το περιοδικό «ΑΝΤΙ», μετέφερε στην κεντρική εφημερίδα του λεγόμενου αστικού Τύπου μια άλλη διάσταση αρθρογραφίας: τις βαθιές αναλύσεις που εξηγούν τους μηχανισμούς πίσω από τα γεγονότα και όχι απλώς την επικαιρότητα. Η δύναμη της γραφής του ήταν ότι συνδύαζε την εξειδίκευση του κοινωνιολόγου με μια διεισδυτική ικανότητα ανάγνωσης των κοινωνικών δομών.

Το πνευματικό του στίγμα διαμορφώθηκε στο Παρίσι της δεκαετίας του 1960 και από την επαφή του με τη γαλλική θεωρία: Λουί Αλτουσέρ και, κυρίως, Πιερ Μπουρντιέ άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στη σκέψη του. Σημαντική επίσης ήταν η επιρροή του Νίκου Σβορώνου και του φίλου και συνοδοιπόρου Νίκου Πουλαντζά, του οποίου η αυτοκτονία το 1979 σημάδεψε μια γενιά. Από αυτούς άντλησε εργαλεία του μαρξισμού, του αλτουσεριανού δομισμού και της ιστορικής κοινωνιολογίας, όχι για να εφαρμόσει μηχανικά θεωρητικά σχήματα, αλλά για να ερμηνεύσει τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας.

Αντίθετα με πολλούς συνομήλικους του, ο Τσουκαλάς δεν είδε στον γαλλικό Μάη του 1968 ένα ενιαίο πολιτικό όραμα που θα ξεπερνούσε τα συνθήματα· εκτίμησε ότι τα νέα κοινωνικά κινήματα δεν παρήγαγαν μια συνολική ηγεμονική γραμμή. Από τον Μπουρντιέ δανείστηκε όμως την ιδέα των αθέατων μηχανισμών που αναπαράγουν ανισότητες μέσω θεσμών που εμφανίζονται ως ουδέτεροι —και πρώτος στόχος αυτής της ανάλυσης ήταν η εκπαίδευση.

Το 1976, στο βιβλίο του «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα» (Θεμέλιο), μετέφερε αυτές τις θεωρητικές αποσκευές στην ελληνική πραγματικότητα. Εξέτασε τη σχέση εκπαίδευσης και οικογένειας, το κίνητρο της κοινωνικής ανόδου και τον ρόλο του κράτους ως εργοδότη και ως μηχανισμού κατανομής ευκαιριών. Ανέδειξε την υπερβολική επένδυση των ελληνικών οικογενειών στην εκπαίδευση και την αναζήτηση, μέσω του πτυχίου, μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό —μια ανάγνωση που εξηγεί πολλά από τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής κινητικότητας στην Ελλάδα.

Τρία από τα έργα του ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνικής επιστήμης: «Εξάρτηση και αναπαραγωγή» (1976), «Κράτος και κοινωνική ανάπτυξη» (Θεμέλιο, 1980) και «Κράτος, εργασία, κοινωνία στη μεταπολεμική Ελλάδα» (Θεμέλιο, 1985). Με αυτά τα κείμενα έβαλε στο κέντρο της ανάλυσης το κράτος ως παραγωγό κοινωνικών σχέσεων και την εκπαίδευση ως βασικό μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων, αλλά και την οικογένεια ως φορέα στρατηγικών κοινωνικής ανόδου.

Πολιτικά, ο Τσουκαλάς βρέθηκε νωρίς μέσα σε κύκλους αναζήτησης και μεταρρύθμισης: στα μέσα της δεκαετίας του 1960 συμμετείχε στον Όμιλο Αλέξανδρος Παπαναστασίου μαζί με τον Κώστα Σημίτη, τον Βασίλη Φίλια, τον Γεράσιμο Νοταρά και τον Δημήτρη Δημητράκο. Αυτές οι συναντήσεις διέκοψε η δικτατορία. Με τη Μεταπολίτευση παρακολούθησε στενά την πορεία του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, θεωρώντας τη νίκη του 1981 ως ευκαιρία εισόδου στρωμάτων που είχαν παραμείνει στην περιφέρεια της εξουσίας στο κέντρο της πολιτικής ζωής. Η σχέση του με τον Κώστα Σημίτη —συνεργάτες στο παρελθόν— τον τοποθετούσε μέσα στο εργαστήριο όπου γεννήθηκε μέρος της ελληνικής κεντροαριστεράς, χωρίς όμως να γίνει ποτέ οργανικό κομμάτι της πολιτικής μηχανικής.

Το 2015 έκανε μια άλλη, πιο ενεργή επιλογή: δέχτηκε να στηρίξει το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, τέθηκε επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας και εξελέγη βουλευτής. Έζησε το ταραγμένο εξάμηνο εκείνης της χρονιάς από μέσα και, μετά την αναγγελία του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, παρενέβη δημόσια υπέρ της ανάγκης σωτηρίας της χώρας και, μετά τη νίκη του «Όχι», υπέρ της συνέχειας μιας διαπραγμάτευσης και της ευρωπαϊκής πορείας μας. Ερωτηθείς για εκείνη την επιλογή, είχε δηλώσει: «Η σιωπή που έχω επιλέξει να κρατήσω μέχρι τώρα είναι μια ομιλούσα σιωπή. Μια εκκωφαντική, ίσως, σιωπή» («Το Βήμα», 5/11/2023).

Η συμβολή του Τσουκαλά δεν ήταν μόνο ακαδημαϊκή αλλά και δημόσια: με τις αναλύσεις του έμαθε τη χώρα να διαβάζει τον εαυτό της διαφορετικά. Το 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Κοινωνιολογίας, επισφραγίζοντας μια πορεία που συνέδεσε τη θεωρία με την κατανόηση της ελληνικής κοινωνίας.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ