Αύξηση της τάξης του 10% στις κατώτατες αποδοχές αναμένεται να προκύψει από τις τριετίες, ωφελώντας περίπου 500.000 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, καθώς συμπληρώνεται η πρώτη τριετής περίοδος μετά το «ξεπάγωμα» των μισθολογικών ωριμάνσεων. Εργαζόμενος χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις, που προσλήφθηκε την 1η Ιανουαρίου 2024, θα δει τον κατώτατο μισθό του να αυξάνεται αυτόματα κατά 92 ευρώ και να φτάνει τα 1.012 ευρώ από τις αρχές του 2027.
Το «μπόνους» των τριετιών την 1η Ιανουαρίου 2027 θα δοθεί επειδή συμπληρώνεται η πρώτη τριετής περίοδος μετά το 2024, όταν αποκαταστάθηκαν οι μισθολογικές ωριμάνσεις λόγω προϋπηρεσίας για τις κατώτατες αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα.
Η προσαύξηση αφορά όσους λαμβάνουν βασικές αποδοχές που δεν υπερβαίνουν το ύψος του κατώτατου μισθού με έως τρεις τριετίες: δηλαδή όσους έχουν μεικτές βασικές αποδοχές κάτω από 1.196 ευρώ για άγαμους και κάτω από 1.288 ευρώ για έγγαμους. Αντίθετα, όσοι ήδη αμείβονται πάνω από το επίπεδο του κατώτατου μισθού με τρεις τριετίες δεν θα λάβουν περαιτέρω προσαύξηση.
Δικαιούχοι ανάλογης προσαύξησης είναι επίσης οι μισθωτοί που αμείβονται με αποδοχές υψηλότερες από τον κατώτατο μισθό βάσει κλαδικής ή επιχειρησιακής σύμβασης, εφόσον η σύμβασή τους προβλέπει προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας και, κυρίως, εφόσον η σύμβαση είναι ενεργή και δεν έχει λήξει.
Παρά τις εξελίξεις αυτές, οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν πιεσμένοι. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019–2025 και εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2021. Σε κλάδους όπως η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία, η κοινωνική μέριμνα, η εστίαση και το εμπόριο τα πραγματικά ωρομίσθια παραμένουν κάτω από τα επίπεδα του 2009.
Μελέτες επισημαίνουν επίσης ότι οι ασφαλιστικές εισφορές και η φορολογία περιορίζουν αισθητά τον καθαρό μισθό, ενώ ο υψηλός πληθωρισμός συνεχίζει να μειώνει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων. Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ αναφέρει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μετέφρασε σε ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου: η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων αντιστοιχεί μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και το πραγματικό εισόδημα παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα.
Στο κυβερνητικό πλάνο περιλαμβάνεται νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ την 1η Απριλίου 2027, χωρίς να αποκλείεται ακόμη μεγαλύτερη αναπροσαρμογή. Υπενθυμίζεται ότι από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε στα 920 ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 4,55% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Ο στόχος για μέσο μεικτό μισθό 1.500 ευρώ στον ιδιωτικό τομέα θεωρείται ιδιαίτερα απαιτητικός: από τα 1.362 ευρώ μεικτά του 2025 θα απαιτηθούν αυξήσεις σημαντικά υψηλότερες από τον πληθωρισμό για να ανακτηθεί η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Κλειδί για την αναβάθμιση των αποδοχών εκτιμάται ότι θα αποτελέσει το νέο πλαίσιο ενίσχυσης των συλλογικών συμβάσεων. Ο στόχος είναι να καλυφθεί το 80% των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, από περίπου 30% σήμερα. Πρώτα απτά αποτελέσματα της πρόσφατης Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) είναι ήδη ορατά: περισσότεροι από 400.000 εργαζόμενοι καλύπτονται πλέον από τους όρους των νέων συμβάσεων.
Σημειώνονται, μεταξύ άλλων, νέες Συλλογικές Συμβάσεις σε κλάδους όπως ο τουρισμός και η εστίαση, στα ζαχαρώδη προϊόντα και στην αρτοποιία, καθώς και για τεχνολόγους και επιστήμονες τροφίμων — μια κίνηση που διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής των συλλογικών ρυθμίσεων και προσφέρει προοπτικές βελτίωσης όχι μόνο των μισθών αλλά και των όρων εργασίας, όπως επιδόματα και παροχές.

