Σε πρόωρες εκλογές στις 29 Νοεμβρίου οδηγεί την Ισπανία ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, σε μια απόφαση που μπορεί να σημάνει το τέλος της τελευταίας μεγάλης σοσιαλιστικής κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, ενδέχεται να απομακρύνει από την πολιτική πρώτη γραμμή έναν από τους πλέον έντονους επικριτές του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Η ανακοίνωση ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία ο Σάντσεθ βρίσκεται υπό πίεση, καθώς το Σοσιαλιστικό Κόμμα του έχει βρεθεί στο επίκεντρο υποθέσεων διαφθοράς. Επιπλέον, το καλοκαίρι δέχθηκε σφοδρή κριτική για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τη συνεχιζόμενη μεταναστευτική κρίση στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, στη Βόρεια Αφρική.
Καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του φαίνεται πως έπαιξε, ωστόσο, η στεγαστική κρίση. Η αδυναμία των πολιτών να ανταποκριθούν στις τιμές των κατοικιών και των ενοικίων βρίσκεται στην κορυφή των ανησυχιών των Ισπανών και έχει προκαλέσει διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Ο πρωθυπουργός επιχειρεί να μετατρέψει το ζήτημα σε προεκλογικό πλεονέκτημα, αν και η πολιτική μάχη που έχει μπροστά του είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Μόλις την Παρασκευή, οι βουλευτές απέρριψαν δύο νομοσχέδια για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Οι κινητοποιήσεις εντάθηκαν μετά την έξωση της 87χρονης Μαρίκαρμεν Αμπασκάλ από το διαμέρισμα στη Μαδρίτη όπου ζούσε από το 1956.
Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν προβάδισμα του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος (PP), το οποίο συγκεντρώνει 34% στην πρόθεση ψήφου, έναντι 26% του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το PP αναμένεται να αναζητήσει συνεργασία με το ακροδεξιό Vox, που προβλέπεται να φτάσει το 18%, σύμφωνα με δημοσκόπηση του POLITICO.
Το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο ζητούσε πρόωρες εκλογές από τα τέλη του 2023, όταν ο Σάντσεθ κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία, υποδέχθηκε την προκήρυξή τους με ένα λιτό μήνυμα: «ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ».
Η απόφαση αιφνιδίασε τα κατακερματισμένα κόμματα της αριστεράς. Οι Σοσιαλιστές χρειάζονται τη στήριξή τους για να σχηματίσουν εκ νέου συμμαχική κυβέρνηση, όμως η εικόνα στο συγκεκριμένο πολιτικό στρατόπεδο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρη είναι.
Η αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γιολάντα Ντίας δεν θα είναι υποψήφια, με αποτέλεσμα το Sumar, που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό, να αναζητά νέο ηγέτη. Η σχετική ανακοίνωση αναμένεται στις 17 Οκτωβρίου, όταν το κόμμα θα μετονομαστεί σε «Ευρύ Μέτωπο».
Η υπουργός Υγείας Μόνικα Γκαρθία θεωρείται η επικρατέστερη για την ηγεσία του ψηφοδελτίου, ενώ ο υπουργός Πολιτισμού Ερνέστ Ουρτασούν αναμένεται να ηγηθεί στην Καταλονία. Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο συμμετοχής και του Podemos, όπως και προσωπικοτήτων τύπου Άδα Κολάου. Η ακτιβίστρια για τη στέγαση και πρώην δήμαρχος Βαρκελώνης έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής στην πολιτική πρώτη γραμμή.
Στο τηλεοπτικό διάγγελμά του, ο Σάντσεθ επιχείρησε να δώσει το στίγμα της αναμέτρησης, προειδοποιώντας για την ενίσχυση της ακροδεξιάς.
«Εσείς, ο ισπανικός λαός, πρέπει να αποφασίσετε ποιο ρόλο θέλετε να παίξετε σε αυτή την εποχή και ποιο ρόλο θέλετε για την Ισπανία», ανέφερε στο διάγγελμά του προς το έθνος.
«Πρέπει να αποφασίσετε αν θα ενταχθείτε στο κύμα της ακροδεξιάς που οδηγεί σε οπισθοδρόμηση όπου κι αν κυβερνά, ή αν θέλετε η Ισπανία να παραμείνει προπύργιο ανοιχτότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και περιβαλλοντικής ευθύνης», πρόσθεσε.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός αξιοποίησε την ίδια παρέμβαση για να υπερασπιστεί τον απολογισμό της κυβέρνησής του από το 2023, όταν ανέλαβε εκ νέου την πρωθυπουργία επικεφαλής ενός κυβερνητικού συνασπισμού μειοψηφίας.
Μίλησε για τη δυναμική της ισπανικής οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι είναι «η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πρωτοπόρος στη δημιουργία θέσεων εργασίας». Παράλληλα, αναφέρθηκε στις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες έχουν καταστήσει την Ισπανία ηγέτιδα στον συγκεκριμένο τομέα.
Έδωσε έμφαση και στον διεθνή του ρόλο, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως έναν από τους δυτικούς ηγέτες που καταδίκασαν με ιδιαίτερη ένταση τόσο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ όσο και τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου για τις συγκρούσεις στη Γάζα και το Ιράν. Υπενθύμισε, επίσης, τις αντιπαραθέσεις του με μεγαλοεπιχειρηματίες όπως ο Έλον Μασκ.
Ο Σάντσεθ υποστήριξε ότι οι Ισπανοί μπορούν να είναι περήφανοι για μια κυβέρνηση που «καταγγέλλει τους γενοκτόνους όταν άλλοι σιωπούν και μάχεται τους τυράννους, τους ολιγάρχες και τους κερδοσκόπους που απειλούν το μέλλον των παιδιών μας».
Παρά τη δέσμευσή του να μετατρέψει την Ισπανία σε «παγκόσμιο πρότυπο ειρήνης, φεμινισμού και ευημερίας», αναγνώρισε ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται «δυσαρέσκεια».
Η οικονομική ανάπτυξη και η ιστορικά υψηλή απασχόληση δεν μεταφράζονται σε βελτίωση της καθημερινότητας για τους περισσότερους πολίτες. Ο πληθωρισμός ξεπερνά τις αυξήσεις των μισθών, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, την ώρα που οι τιμές και τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται.
Την εικόνα επιβαρύνουν ακόμη το περσινό μπλακάουτ στην Ιβηρική χερσόνησο, το οποίο έπληξε το κύρος του ενεργειακού δικτύου, αλλά και η διεθνής αντίδραση στη μεταναστευτική κρίση της Θέουτα, που δημιούργησε ερωτήματα για το βάρος της Ισπανίας στη διεθνή σκηνή.
Ο Σάντσεθ παραδέχτηκε ότι η κυβέρνησή του έκανε λάθη και «δεν κατάφερε να πετύχει όλα όσα είχε θέσει ως στόχο».
«Πολλές αδικίες παραμένουν, πολλοί κοινωνικοί στόχοι να επιτευχθούν και πολλά προβλήματα να λυθούν — κυρίως όσον αφορά τις ανισότητες στις δημόσιες υπηρεσίες και την πρόσβαση στη στέγαση», δήλωσε. «Για να κάνουμε περισσότερα, χρειαζόμαστε ανανέωση και διεύρυνση της δημόσιας στήριξης, ώστε να προχωρήσουμε σε βαθιές μεταρρυθμίσεις για τη μείωση των ανισοτήτων».

