Στον Ψυρρή οι ήχοι που κάποτε καθόριζαν τη γειτονιά έχουν αρχίσει να σβήνουν: τα μικρά σφυράκια των καλφάδων πάνω στο μάρμαρο, οι πόρτες των εργαστηρίων που άνοιγαν από νωρίς το πρωί, οι φωνές των τεχνιτών που έφτιαχναν παπούτσια, τσάντες και βαλίτσες. Στη θέση τους, η περιοχή έχει μεταμορφωθεί σε τουριστική βιτρίνα· εστιατόρια, μπαρ και διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης έχουν ανεβάσει τα ενοίκια, ενώ κάποιοι από τους παλιούς κατοίκους και καταστηματάρχες φεύγουν.
Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται τον Ψυρρή όπως ήταν: χωματόδρομοι, κοινόχρηστες αυλές, μικρά σπίτια, αποθήκες και εργαστήρια — μια γειτονιά όπου κάθε δρόμος είχε τη δική του ταυτότητα. Τις φωνές αυτών των ανθρώπων προσπαθεί να καταγράψει πριν χαθούν για πάντα η MONUMENTA, με ένα ερευνητικό πρόγραμμα που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2026 και επικεντρώνεται στη συλλογή προφορικών μαρτυριών για κτίρια του 19ου και 20ού αιώνα στον Ψυρρή, στον Κολωνό και στην Αγία Τριάδα του Πειραιά.
«Τα γραφεία της MONUMENTA εδώ και οκτώ χρόνια βρίσκονται στην οδό Παλλάδος και έτσι σχετιζόμαστε και εμείς άμεσα με τη γειτονιά του Ψυρρή. Είναι το δεύτερο σπίτι μας», λέει η Ειρήνη Γρατσία, επικεφαλής της MONUMENTA. «Καθημερινά μιλάμε με τους εργαζομένους, τους ιδιοκτήτες των παλιών καταστημάτων, των εργαστηρίων που έχουν απομείνει. Βλέπουμε να φεύγουν από τη γειτονιά μας τα παλιά καταστήματα είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω των υψηλών ενοικίων. Βλέπουμε την έντονη αλλαγή με την κυριαρχία του Airbnb και των χώρων εστίασης και ψυχαγωγίας».
Η ανάγκη να ακουστούν αυτοί οι άνθρωποι γεννήθηκε μέσα από αυτή τη διαπίστωση· «Και να καταγράψουμε την ιστορία τους, που είναι η ιστορία της περιοχής», προσθέτει η Ειρήνη Γρατσία. Οι μαρτυρίες που συγκεντρώνονται θα ενταχθούν σε ένα ευρύτερο αρχείο προφορικής ιστορίας, στο πλαίσιο του προγράμματος «Συλλέγοντας ιστορίες ιστορικών κτιρίων με τη συνεργασία της τοπικής κοινωνίας σε γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά», υλοποιούμενου με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου.
Οι αφηγήσεις αποτυπώνουν εικόνες μιας άλλης εποχής. Ο Νίκος Παναγιώτου, που γεννήθηκε το 1956 και έζησε τα πρώτα του χρόνια στην οδό Παλλάδος 20, θυμάται: «Χωματόδρομος ήταν η Παλλάδος». Περιγράφει τη γειτονιά ως βιοτεχνική περιοχή, με αποθήκες, εισαγωγείς πολυελαίων και κρύσταλλα και εργαστήρια ηλεκτρολόγων και δερματέμπορων — μια πόλη μικροβιοτεχνιών που τώρα έχει λιγοστέψει.
Στην ίδια λογική, ο Νάσος Βεργάδος, ο οποίος ήρθε στη δεκαετία του 1950 ως κόφτης ρούχων και άνοιξε τη δική του βιοτεχνία γυναικείων ενδυμάτων τη δεκαετία του 1990 στην οδό Αγίου Δημητρίου, θυμίζει τη ροή της δουλειάς τότε: «Μπαίνανε 100 άτομα την ημέρα στις βιοτεχνίες, προμηθευτές και αγοραστές. Τώρα ησυχία».
Κάποιες αφηγήσεις μεταφέρουν και πιο συγκεκριμένες εικόνες κοινοτήτων. Πριν από μερικά χρόνια, για παράδειγμα, υπήρχε στο Ψυρρή ένα από τα τελευταία μπαουλάδικα των Βαλκανίων — το μπαουλάδικο του Γιώργου Νικολάου — ενώ η γειτονιά υπήρξε ιστορικά τόπος εγκατάστασης πολλών Ναξιωτών. «Στη γωνία υπήρχε ένα καφενεδάκι διώροφο. Γλένταγαν εκεί οι Ναξιώτες. Από το Σάββατο που φεύγαμε συγκεντρώνονταν με λουκούμι, με τσιπουράκι και τους βρίσκαμε τη Δευτέρα το πρωί πάλι εδώ. Φέρνανε τα βιολιά, ήταν μερακλήδες, χορεύανε από το Σάββατο ως τη Δευτέρα και το πρωί πήγαιναν στις δουλειές τους», αφηγείται ο Γιώργος Νικολάου στη MONUMENTA.
Υπάρχουν και αυτοί που αντιστέκονται στην απώλεια της παράδοσης, παλεύοντας να κρατήσουν ζωντανές τέχνες και εργαστήρια. Η Κατερίνα Μιναδάκη, στην οδό Μιαούλη 9, μπήκε στο οικογενειακό μαγαζί το 1990 — μια επιχείρηση που είχε ξεκινήσει ο πατέρας της από την Κρήτη και κατασκευάζει ζώνες και πορτοφόλια. «Τα δέρματα προέρχονταν όλα από του Ψυρρή και τις γύρω γειτονιές», λέει. «Η περιοχή ήταν γεμάτη από δερματάδικα. Τώρα βέβαια, σιγά σιγά, όλα κλείνουν». Παρ’ όλα αυτά, ακόμα προμηθεύεται πρώτες ύλες από ένα από τα λίγα που έχουν απομείνει, το κατάστημα του Καρανάσιου στη Μιαούλη 18.
Στην Παλλάδος, τον «δρόμο των τσαγκάρηδων», η ζωή πολλών επαγγελματιών ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία. Ο Ηλίας Μπαρμπαλιάς ήταν επτά ετών όταν άρχισε να εργάζεται στο κατάστημα του πατέρα του στην οδό Ηφαίστου και συνέχισε να συνδέει τη ζωή του με τα υλικά των παπουτσιών και των τσαντών — σήμερα προμηθεύει βιοτεχνίες με μεταλλικά στοιχεία από την Παλλάδος 32. Όπως λέει, η δουλειά μειώθηκε ιδιαίτερα μετά την πανδημία και η γειτονιά άλλαξε ριζικά.
Οι «διάσημες κλωστές του Γιάγκου» είναι σημείο αναφοράς για άλλους τεχνίτες. Ο Παναγιώτης Μιχόπουλος μιλάει για τον ήχο που έχει αποτυπωθεί στη μνήμη του: «Ο ήχος που κυριαρχεί στη μνήμη μου είναι τα σφυράκια από τα γυρίσματα που έκαναν σε εμάς εδώ οι καλφάδες». Η επιχείρηση ξεκίνησε το 1917 και κράτησε την παραγωγή μετάξινων κλωστών μέχρι που, το 2005, η πίεση των ενοικίων την έφερε στην οδό Παλλάδος 21. Οι κλωστές εξακολουθούν να εξυπηρετούν όσους δουλεύουν με το δέρμα, αλλά το κοινό της επιχείρησης έχει μεταβληθεί και η ανάγκη για νέες χρήσεις των προϊόντων έγινε επιτακτική.
Στην οδό Αγίας Ελεούσης 14, το πιλοποιείο της Λίζας Σαρηγιαννίδη μοιάζει με ζωντανό μουσείο. Το εργαστήριο Savapile, συνέχεια του έργου του πατέρα της Σάββα Σαρηγιαννίδη που άνοιξε τη δεκαετία του 1950, κρατάει ακόμα σε λειτουργία πρέσες, καλούπια και εργαλεία μιας τέχνης που κάποτε γέμιζε τα εργαστήρια του Ψυρρή. Η Λίζα θυμάται τα «μελίσσια» των εργαστηρίων εκείνης της εποχής — σήμερα μεγάλο μέρος αυτού του κόσμου έχει χαθεί.
Οι αφηγήσεις που καταγράφει η MONUMENTA δεν είναι απλώς νοσταλγία. Είναι τα «ζωντανά αρχεία» μιας πόλης που μεταμορφώνεται — μαρτυρίες για δρόμους, κτίρια, αυλές και ανθρώπινες σχέσεις που ίσως, μέσα από την καταγραφή, να σωθεί η μνήμη τους. Όχι η γειτονιά όπως ήταν, αλλά η ιστορία της, που εξακολουθεί να ζει μέσα σε όσους τη θυμούνται και την διηγούνται.

