Η επιχείρηση πυρόσβεσης πέρασε στο πλάι· τώρα αρχίζει η φάση της προστασίας και της αποκατάστασης. Αυτό τόνισε σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, περιγράφοντας την αλλαγή προτεραιοτήτων: από την κατάσβεση στην προστασία εδαφών και οικισμών, την αντιπλημμυρική θωράκιση και, σε δεύτερο χρόνο, την αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος.
Η χαρτογράφηση των καμένων εκτάσεων βρίσκεται σε εξέλιξη και, όπως σημειώθηκε από την ηγεσία του υπουργείου, οι μελέτες για τα αντιδιαβρωτικά έργα αναμένεται να ολοκληρωθούν εντός Αυγούστου, ώστε οι πρώτες παρεμβάσεις να ξεκινήσουν πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου και πριν τις έντονες φθινοπωρινές βροχές. Ο κεντρικός στόχος είναι η προστασία των κατάντι οικισμών και η αποτροπή νέων πλημμυρικών φαινομένων που ακολουθούν μετά από μεγάλες δασικές πυρκαγιές.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, η περίμετρος που έχει επηρεαστεί αγγίζει περίπου τα 113.000–113.400 στρέμματα, εκ των οποίων περί τα 95.000 βρίσκονται στην Αττική. Ωστόσο, η ηγεσία του ΥΠΕΝ επεσήμανε ότι η ένταση της καταστροφής δεν είναι ομοιόμορφη: στο εσωτερικό της περιμέτρου υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες δασικών εκτάσεων και σημαντικές «νησίδες» βλάστησης που διασώθηκαν.
Τα 20 εκατ. ευρώ του Antinero στη Δυτική Αττική
Στην αποτίμηση των έως τώρα παρεμβάσεων κεντρικό ρόλο είχε το πρόγραμμα Antinero. Ο γενικός γραμματέας Δασών Στάθης Σταθόπουλος ανέφερε ότι από το 2022 μέχρι σήμερα έχουν διατεθεί συνολικά 667 εκατ. ευρώ για το πρόγραμμα, που περιλαμβάνει απομάκρυνση υπερβάλλουσας βιομάζας, αντιπλημμυρικά έργα, διάνοιξη και συντήρηση δασικών δρόμων και άλλες δασοτεχνικές εργασίες.
Στη Δυτική Αττική, στον άξονα που επλήγη από τη νέα πυρκαγιά, είχαν διατεθεί περίπου 20 εκατ. ευρώ. Ο κ. Σταθόπουλος διευκρίνισε ότι το Antinero «δεν αποτελεί σύστημα δασοπυρόσβεσης ούτε μπορεί να εγγυηθεί ότι μια πυρκαγιά θα σταματήσει», υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι χωρίς τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις η καταστροφή θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της θέσης Λούμπα Μεγάρων, όπου, όπως είπε ο γενικός γραμματέας, οι παρεμβάσεις μείωσαν την ένταση της φωτιάς: η πυρκαγιά πέρασε σε σημεία ως έρπουσα και δεν εξελίχθηκε σε επικόρυφη, με αποτέλεσμα να μην καταστραφούν οι κορμοί και σημαντικό τμήμα του δάσους να παραμείνει ζωντανό.
Αντίστοιχα, στον άξονα Αγίου Νεκταρίου, Αγίας Παρασκευής και Κρύου Πηγαδιού αξιοποιήθηκαν οι υφιστάμενες παρεμβάσεις και τα μηχανήματα των αναδόχων του Antinero για τη δημιουργία ειδικών ζωνών καταστολής, με στόχο την προστασία των οικισμών και την αποτροπή της επέκτασης του μετώπου προς τα Βίλια.
Πώς λειτούργησαν οι παρεμβάσεις στο πεδίο
Την τεχνική εικόνα ανέλυσε ο γενικός διευθυντής Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος Ευάγγελος Γκουντούφας: από τη δορυφορική αποτύπωση προκύπτει ότι η συνολική επηρεασμένη έκταση υπολογίζεται περίπου σε 113.400 στρέμματα, εκ των οποίων περίπου 46.000 στρέμματα αφορούν υψηλό δάσος — δηλαδή περίπου το 40% της έκτασης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις περιοχές όπου είχαν προηγηθεί εργασίες απομάκρυνσης της υπερβάλλουσας δασικής βιομάζας. Στην ευρύτερη περιοχή Κρύου Πηγαδιού και Αγίας Παρασκευής, η φωτιά πέρασε σε σημεία κάτω από τα δέντρα χωρίς να μετατραπεί σε επικόρυφη πυρκαγιά, οι κόμες παρέμειναν ζωντανές και τα επιβιώσαντα δέντρα μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικοί σπορείς για την αναγέννηση του δάσους.
Οι εργασίες που είχαν υλοποιηθεί περιλαμβάνουν συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου, απομάκρυνση βιομάζας, μεικτές και στεγασμένες αντιπυρικές ζώνες, καθώς και γυμνές αντιπυρικές ζώνες. Σε συνδυασμό με τις πρόσθετες παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της καταστολής, συνέβαλαν στο να περιοριστεί ο κίνδυνος επέκτασης της φωτιάς προς Ψάθα, Αλεποχώρι και νοτιότερα προς Μέγαρα και Μάνδρα.
Η «μάχη» της αποκατάστασης
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι το νερό και η συγκράτηση των εδαφών. Στις καμένες πλαγιές προβλέπονται αντιδιαβρωτικά έργα με κορμοδέματα, κλαδοπλέγματα και σανιδότοιχους, ενώ στα ρέματα πρώτης τάξης θα τοποθετηθούν κορμοφράγματα για τη συγκράτηση φερτών υλικών και τον περιορισμό του πλημμυρικού κινδύνου.
Θα ακολουθήσει παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης και, όπου κριθεί επιστημονικά αναγκαίο, συμπληρωματική τεχνητή αναδάσωση και έργα ορεινής υδρονομίας. Η επιλογή των περιοχών παρέμβασης γίνεται βάσει περιβαλλοντικών, γεωμορφολογικών και κοινωνικών κριτηρίων, με προτεραιότητα την προστασία των κατάντι οικισμών. Παράλληλα προβλέπονται υλοτομίες επικίνδυνων καμένων δέντρων, απαγόρευση θήρας και βόσκησης στις πληγείσες εκτάσεις και μέτρα για την προστασία της άγριας πανίδας.
Στο χρηματοδοτικό πεδίο, η Τράπεζα Πειραιώς αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση μελέτης και έργων αποκατάστασης ύψους 1,5 εκατ. ευρώ, ενώ έχει ανακοινωθεί δωρεά 25 εκατ. ευρώ από τη HELLENiQ ENERGY για δράσεις αποκατάστασης μετά τις φετινές πυρκαγιές, με ιδιαίτερη έμφαση στη Δυτική Αττική. Επιπλέον, ενεργοποιούνται 25 εκατ. ευρώ από το Πράσινο Ταμείο για δασοτεχνικά έργα ορεινής υδρονομίας και αντιπλημμυρικής προστασίας στην Αττική.
Το κρίσιμο ζητούμενο παραμένει η ταχύτητα. Η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ επιδιώκει τα πρώτα έργα να έχουν ολοκληρωθεί πριν από τις φθινοπωρινές και χειμερινές βροχές. Ταυτόχρονα, η εμπειρία της Δυτικής Αττικής αναδεικνύει το Antinero σε ένα πραγματικό τεστ αποτελεσματικότητας της νέας πολιτικής πρόληψης: όχι ως πανάκεια που θα αποτρέψει κάθε πυρκαγιά, αλλά ως πλέγμα παρεμβάσεων που μειώνει την ένταση, κερδίζει χρόνο για τις δυνάμεις κατάσβεσης και ενισχύει την ανθεκτικότητα του δάσους.
Το ΥΠΕΝ υπενθύμισε ότι η επόμενη ημέρα δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση αυτού που χάθηκε, αλλά και το κατά πόσο η πρόληψη, η δασική διαχείριση και η έγκαιρη παρέμβαση μπορούν να περιορίσουν τις συνέπειες της επόμενης μεγάλης πυρκαγιάς.

