Οι επιπτώσεις των μεγάλων δασικών πυρκαγιών δεν περιορίζονται στη μαύρη εικόνα του τοπίου, αλλά αγγίζουν βαθιά τη λειτουργία των οικοσυστημάτων και την υγεία των ανθρώπων, τόνισε ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» του ΕΡΤNews.
Ο καθηγητής επισήμανε ότι η βιοποικιλότητα των μεσογειακών οικοσυστημάτων δοκιμάζεται από τις επαναλαμβανόμενες φωτιές, που υπονομεύουν την ικανότητα φυσικής αναγέννησης των δασών. Σημείωσε ιδιαίτερα την περίπτωση της χαλέπιας πεύκης: χρειάζεται 15 έως 20 χρόνια για να συγκροτήσει βιώσιμη τράπεζα σπερμάτων στους κώνους της και, αν καεί πριν από αυτό το διάστημα, η αναγέννηση καθίσταται σχεδόν αδύνατη — το πευκοδάσος μετατρέπεται μόνιμα σε θαμνώδη ή φρυγανική βλάστηση.
Παραδείγματα από την πράξη δεν λείπουν: φαινόμενα αποψίλωσης και μετασχηματισμού της φυσικής βλάστησης έχουν ήδη εντοπιστεί σε περιοχές της Αττικής και της Πελοποννήσου, σύμφωνα με τον κ. Σαρηγιάννη. Εξίσου κρίσιμη είναι και η κατάσταση της κεφαλληνιακής ελάτης, είδους που «δεν αναβλαστάνει μετά από πυρκαγιά» και δεν διαθέτει στρατηγικούς κώνους — η απώλειά της είναι πρακτικά μη αναστρέψιμη σε ορίζοντα ενός αιώνα.
Οι συνέπειες επεκτείνονται και στην πανίδα: ο κατακερματισμός των βιοτόπων απομονώνει πληθυσμούς ζώων, όπως ερπετά και ασπόνδυλα, διακόπτοντας τη γενετική ροή και απειλώντας τη μακροχρόνια επιβίωση ειδών. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ο καθηγητής ανέφερε την πυρκαγιά στη Δαδιά το 2023, όπου χάθηκαν σημαντικές θέσεις φωλιάσματος του μαυρόγυπα.
Παράλληλα, οι μεγάλες πυρκαγιές προκαλούν σοβαρή ατμοσφαιρική ρύπανση. Ο κ. Σαρηγιάννης τόνισε ότι οι συγκεντρώσεις των αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 έφτασαν ακόμη και τα 190 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο, όταν το όριο που θεωρείται ασφαλές είναι μόλις 10 μικρογραμμάρια. Τα σωματίδια από καύση βιομάζας εμφανίζουν μεγαλύτερο οξειδωτικό δυναμικό σε σχέση με αυτά των οχημάτων, αυξάνοντας τον κίνδυνο αναπνευστικών και άλλων προβλημάτων υγείας.
Ο καθηγητής προειδοποίησε επίσης ότι δεν καίγονται μόνο τα δάση: κατοικίες, μονωτικά υλικά, ελαστικά, ηλεκτρονικές συσκευές και φωτοβολταϊκά απελευθερώνουν στην ατμόσφαιρα διοξίνες, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες και βαρέα μέταλλα, με μακροπρόθεσμες συνέπειες για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.
Η στάχτη που μένει μετά την κατάσβεση μπορεί να παραμείνει επικίνδυνη και να επανεμφανίσει ρύπους στον αέρα. Για τον λόγο αυτό ο κ. Σαρηγιάννης συνέστησε την προσεκτική απομάκρυνσή της, χρησιμοποιώντας μάσκα και γάντια και ρίχνοντας νερό χαμηλής πίεσης, ώστε να αποφεύγεται η επαναιώρηση των σωματιδίων.
Όπως υπογράμμισε ο ίδιος, οι επιπτώσεις μιας μεγάλης πυρκαγιάς «δεν σταματούν όταν σβήσουν οι φλόγες»: η έκθεση του ανθρώπου στους ρύπους μπορεί να συνεχιστεί για μήνες μέσω της επαναιώρησης της τέφρας, της επιβάρυνσης των υδάτων και της μεταφοράς επιβλαβών ουσιών στην τροφική αλυσίδα — γι’ αυτό και απαιτούνται μέτρα προστασίας και παρακολούθησης και μετά το τέλος της πυρκαγιάς.

