Στο Πόρτο Γερμενό, στην Οδό Παρνασσού, το σπίτι της Ελευθερίας και της οικογένειάς της έχει μείνει σιωπηλό. Εκεί όπου περνούσε τα καλοκαίρια της επί 20 χρόνια, σήμερα στέκει όρθιο ανάμεσα σε στάχτη και μαυρισμένους τοίχους — τεχνικά όρθιο, αλλά μη κατοικήσιμο.
Η Ελευθερία, που εκείνες τις ώρες βρισκόταν στη Θήβα για μπάνιο, έμαθε για την καταστροφή από έναν γείτονα. Περιγράφοντας την επιστροφή της, λέει: «Μέσα στο σπίτι τόσο το ταβάνι όσο και το πάτωμα έχουν μαυρίσει. Σαν να μπαίνεις σε μια τρύπα», περιγράφει στα «ΝΕΑ», εξηγώντας πως βρέθηκε αντιμέτωπη με την καταστροφή επιστρέφοντας από τη Θήβα, όπου βρισκόταν για μπάνιο όταν ξέσπασε η μεγάλη πυρκαγιά στον Άγιο Βασίλειο.
Η πρώτη εικόνα που την έπιασε ήταν σοκαριστική. «Έλεγα “δεν θα υπάρχει Πόρτο Γερμενό, τελειώσαμε”. Και όντως τελείωσε. Το σπίτι καταστράφηκε. Όχι ολοσχερώς, αλλά δεν είναι κατοικήσιμο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους έμεινε τίποτα. Είναι όλα τελειωμένα», αφηγείται, περιγράφοντας τις ώρες αγωνίας που παρακολουθούσε τις φλόγες από μακριά.
Μικρές αναλαμπές ελπίδας εμφανίστηκαν όταν είδε ότι κάτι είχε απομείνει. «Έβλεπα τις φλόγες από πάνω και πίστευα ότι δεν θα υπάρχει ούτε ένας τοίχος. Όταν τελικά είδα πως κάτι είχε απομείνει, ένιωσα μια μικρή ανακούφιση. Υπάρχουν πράγματα που ίσως κάποια στιγμή μπορέσουμε να ξαναφτιάξουμε. Αν έχουμε το κουράγιο, θα προσπαθήσουμε. Θα δούμε…» λέει, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για το πότε και αν θα μπορέσουν να επιστρέψουν πραγματικά.
Η μεγαλύτερη, όμως, πληγή δεν είναι μέσα στο σπίτι, αλλά στην αυλή — στον χώρο που μέχρι πριν λίγες ημέρες «άνοιγε το μάτι σου από το πράσινο». Η εικόνα του καμένου τοπίου την έχει κάνει να νιώθει αδύναμη: «Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις για αυτό που βλέπω. Όταν ερχόμασταν από τα Εκκλησιαστικά, ανακατευόταν το στομάχι σου. Έβλεπες τα καμένα δέντρα από μακριά και νόμιζες ότι είναι κορμιά. Τώρα είναι ακόμη χειρότερα».
Η απελπισία της Ελευθερίας δεν περιορίζεται σε υλικές ζημιές: μιλά για τους κόπους μιας ζωής. «Είναι αυτά που χτίσαμε με κόπο, που τα δουλέψαμε, που τα καθαρίσαμε, που τα βάψαμε, που κάναμε κάθε προσπάθεια για να μπορούν να κατοικηθούν. Δεν έμεινε τίποτα», λέει με βουβή οργή για όσα χάθηκαν.
Πριν καν περάσεις το κατώφλι, η μυρωδιά του καμένου και της στάχτης γίνεται αποπνικτική. Το σπίτι του ξαδέρφου της στέκει επίσης όρθιο, αλλά το εσωτερικό του έχει μετατραπεί σε σκοτεινό και μαυρισμένο χώρο: κάθε δωμάτιο, οι τοίχοι, τα ταβάνια, τα πατώματα, τα έπιπλα και τα προσωπικά αντικείμενα καλύφτηκαν από ένα παχύ στρώμα αιθάλης.
Το φως που διεισδύει από τα παράθυρα δεν αρκεί να διαλύσει το μαύρο που έχει απλωθεί παντού. Στους τοίχους διακρίνονται τα σημάδια της φωτιάς, και τα έπιπλα έχουν αλλοιωθεί από τις υψηλές θερμοκρασίες. Είναι σαν ο χρόνος να σταμάτησε τη στιγμή που πέρασαν οι φλόγες — ένα σπίτι γεμάτο αναμνήσεις μετατράπηκε σε ένα άδειο, σκοτεινό κέλυφος.

