Υπάρχουν μέρη όπου οι διακοπές μοιάζουν με ταξίδι στο παρελθόν: στη Βόρεια Εύβοια, στις ακτές της Θεσσαλίας ή της Ροδόπης αισθάνεσαι ότι θα βάλεις το χέρι στην τσέπη και θα βγάλεις δραχμές. Η περατζάδα, οι φωτισμένες παλιές καντίνες και οι συζητήσεις στα τραπέζια των ταβερνείων σε μεταφέρουν σε μια άλλη εποχή – όχι καλύτερη ούτε χειρότερη, απλώς πιο απλή.
Θα βρεις λούνα παρκ με τρεμάμενο φωτισμό όπου ένα εικοσάρικο αρκεί για την είσοδο, σουβλάκι παντρεμένο με μια φέτα ψωμί και λαδορίγανη, μαλλί της γριάς και ίσως ένα ΒΙΠΕΡ από καρότσι, τυπωμένο σε πολυτονικό. Οι άνθρωποι πορεύονται νωχελικά στην κεντρική πλατεία: ζευγάρια τρίτης ηλικίας με σαγιονάρες που τρίβονται στο οδόστρωμα, νέοι με καρότσια μωρών, πιτσιρίκια που αμολύνονται ανέμελα.
Οι ταβέρνες κρατούν λογικές τιμές και σερβίρουν σπιτικές πατάτες, το ζαχαροπλαστείο εξακολουθεί να κάνει λουκουμάδες και τα δωμάτια είναι συνήθως σε τριώροφα του ’70: λαχανί πλακάκια στο μπάνιο, ξύλινα κρεβάτια που τρίζουν, πολυκαιρισμένα σεντόνια και σκληρά μαξιλάρια. Έχουν και έναν καθρέφτη μέσα σε ξύλινο πλαίσιο· γύρω του βλέπεις τα απομεινάρια κουνουπιών – το πρώτο μπορεί να σκοτώθηκε από μία «Αυριανή».
Στο μπαλκόνι μια πλαστική λευκή καρέκλα έχει εκείνη την άγρια υφή που γρατζουνάει τα πόδια· δεν την έχουν αλλάξει, παρότι κάθε μέρα περνάει ο τύπος με χίλιες καρέκλες στην καρότσα. Πάνω στα σκουριασμένα κάγκελα το απλωμένο μαγιό στάζει αργά. Ακούς τη μάνα να φωνάζει τα παιδιά της, ένα ζευγάρι να μαλώνει, την αγριοφωνάρα που πουλάει καρπούζια με τρόπο που σου κόβει την ανάσα.
Αυτοί οι τόποι επιβιώνουν τουριστικά όχι επειδή πουλάνε εμπειρίες με διαφημιστικά συνθήματα, αλλά γιατί δέχονται ανθρώπους που θέλουν λίγες μέρες ησυχίας. Δεν υπόσχονται «μοναδικές στιγμές». Δεν είναι στη λίστα με τα δέκα καλά φυλαγμένα μυστικά του καλοκαιριού· απλώς φιλοξενούν, και αυτό το εκτιμούν οι λίγοι.
Απέναντι, στις κοσμοπολίτικες παραλίες, το θέαμα είναι διαφορετικό: ουρές στα beach bars, ηλιοβασιλέματα που αποχαιρετιούνται με υψωμένα κινητά, πλήθη που κρίνουν την αξία της στιγμής από τα like και τα stories. Κάπου εκεί, στον διάδρομο από τα πλήθη, βλέπεις σα να περνάει σαρανταποδαρούσα φορώντας Birkenstock· και αν δεν είσαι «γραμμωμένος», πληρώνεις διπλά και η κοιλιά σου χρεώνεται επιπλέον.
Στους τόπους που επισκέπτεσαι με χρονομηχανή δεν κοιτάζεις τα κορμιά στην παραλία ούτε τα ποθείς ούτε τα φθονείς. Δεν προσέχεις τι τρως με το ίδιο τρόπο· θα φας το καρπουζάκι όπως έρχεται, με την παχυλή μύγα δίπλα στο κουκούτσι. Αν ήσουν αλλού, θα έπαιρνες μάνγκο με σορμπέ και σφηνάκι βιολογικής μαστίχας με ζαχαρωμένο στόμιο· αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα.
Τα παλιά μέρη των διακοπών έχουν την ίδια σχέση με τα κοσμοπολίτικα όπως το παλιό σου Nokia με το smartphone: προσφέρουν τα απολύτως απαραίτητα, τα ουσιαστικά. Είναι μια Ελλάδα που μοιάζει να μην μπόρεσε ή να μην θέλησε να ακολουθήσει το ρεύμα· μια επαρχία μακριά από την πρωτεύουσα, ένα ρούχο που βγήκε από τη μόδα. Και δεν πειράζει.
Και όταν πέφτει το σκοτάδι και ανάβει η λάμπα στο καροτσάκι με τα καλαμπόκια, μια γοητευτική μελαγχολία σε παίρνει μαζί της στη βόλτα· αυτή η μελαγχολία είναι μέρος της γοητείας του τόπου και ό,τι μένει όταν τελειώσουν τα φώτα και οι ουρές.»

