Η φετινή αντιπυρική περίοδος στη Βόρεια Ελλάδα εξελίσσεται σε πρόκληση για κατοίκους, τοπικές αρχές και την ηγεσία του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, καθώς οι πυρκαγιές σε δασικές και αγροτικές εκτάσεις πολλαπλασιάζονται και επιβαρύνουν σημαντικά τις επιχειρησιακές δυνάμεις.
Το υπουργείο ανέφερε την περασμένη Πέμπτη ότι μέσα σε 24 ώρες το Πυροσβεστικό Σώμα κλήθηκε να αντιμετωπίσει 51 αγροτοδασικές πυρκαγιές σε ολόκληρη τη χώρα, με τη μεγαλύτερη πίεση να καταγράφεται στη Βόρεια Ελλάδα. Μόνο στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας οι πυροσβεστικές δυνάμεις χρειάστηκε να επέμβουν ταυτόχρονα σε 17 συμβάντα, ιδίως στη δυτική Θεσσαλονίκη. Ο υπουργός Ευάγγελος Τουρνάς, λόγω της αυξημένης συχνότητας, έκρινε αναγκαία την αποστολή ειδικού κλιμακίου έμπειρων στελεχών της ΔΑΕΕ από την Αθήνα για την ενίσχυση του τοπικού ανακριτικού κλιμακίου στην πρόληψη και τη διερεύνηση των περιστατικών.
Πίσω από την έξαρση των πυρκαγιών βρίσκονται και επιστημονικές εξηγήσεις. Μελέτη ερευνητών από τα Πανεπιστήμια Πατρών και Ιωαννίνων, με επικεφαλής τον καθηγητή Περιβαλλοντικής Πληροφορικής, Τηλεπισκόπησης και Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών στο Πανεπιστήμιο Πατρών, Νίκο Κούτσια, ανέλυσε ιστορικά στοιχεία 40 ετών για τις δασικές πυρκαγιές και τις κλιματικές συνθήκες στην Ελλάδα και καταλήγει ότι πλέον υπάρχουν «δύο διαφορετικές Ελλάδες» όσον αφορά τα αίτια και τη συμπεριφορά των πυρκαγιών.
«Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι, από την άποψη των πυρκαγιών, η Ελλάδα δεν λειτουργεί ως ένα ενιαίο σύστημα. Η Βόρεια και η Νότια Ελλάδα ακολουθούν διαφορετικούς μηχανισμούς. Στη Βόρεια Ελλάδα, τα εκτεταμένα δάση παράγουν άφθονη βιομάζα. Η καύσιμη ύλη ήταν σχεδόν πάντα διαθέσιμη και επομένως ο παράγοντας που καθόριζε αν μια χρονιά θα εξελισσόταν σε ιδιαίτερα “δύσκολη” ήταν κυρίως το κλίμα. Μια θερμή και ξηρή περίοδος αρκούσε για να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο μεγάλων πυρκαγιών», εξηγεί ο καθηγητής Ν. Κούτσιας.
Αντίθετα, στη Νότια Ελλάδα η διαθεσιμότητα της καύσιμης ύλης λειτουργούσε συχνά ως φυσικό όριο στην ανάπτυξη πολύ μεγάλων πυρκαγιών: τα οικοσυστήματα είναι πιο ξηρά και η βλάστηση λιγότερο συνεχής, με αποτέλεσμα ακόμα και σε ακραίες καιρικές συνθήκες η εξάπλωση να περιορίζεται από την έλλειψη συνεχούς βιομάζας.
«Γι’ αυτό εξετάσαμε κατά πόσο η σχέση μεταξύ κλιματικών συνθηκών και καμένης έκτασης παρέμενε σταθερή μέσα στον χρόνο. Στη Νότια Ελλάδα η εικόνα ήταν εντυπωσιακά σταθερή. Οι μεταβολές του κλίματος συνέχισαν να επηρεάζουν τις πυρκαγιές περίπου με τον ίδιο τρόπο σε όλη την περίοδο της μελέτης. Ωστόσο, στη Βόρεια Ελλάδα συνέβη κάτι διαφορετικό. Η στατιστική ανάλυση αποκάλυψε ότι η σχέση μεταξύ κλίματος και πυρκαγιών άρχισε να μεταβάλλεται σταδιακά, ενώ γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1980 εμφανίζεται μια σαφής αλλαγή στη συμπεριφορά του συστήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως το κλίμα έχει αρχίσει να μην είναι περιοριστικός παράγοντας στη Βόρεια Ελλάδα».
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το σύστημα «δάσος–κλίμα–πυρκαγιά» άρχισε να λειτουργεί διαφορετικά ήδη πριν από δεκαετίες, αλλαγές που ήταν μετρήσιμες στα ιστορικά δεδομένα, έστω και αν τότε δεν συνοδεύτηκαν από πρωτοφανείς φωτιές ώστε να γίνουν άμεσα αντιληπτές στην καθημερινότητα.
Η πολιτική διαχείρισης, προτείνουν, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις περιφερειακές αυτές διαφορές: στη Βόρεια Ελλάδα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία η έγκαιρη πρόγνωση ακραίων κλιματικών συνθηκών, η ενίσχυση της επιτήρησης και η προετοιμασία για πυρκαγιές μεγάλης έντασης, ενώ στη Νότια Ελλάδα η διαχείριση της καύσιμης ύλης παραμένει κρίσιμο εργαλείο περιορισμού του κινδύνου. Η κλιματική αλλαγή είναι κοινή για ολόκληρη τη χώρα. Οι επιπτώσεις της, όμως, δεν εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα οικοσυστήματα.
Τα δεδομένα της μελέτης δείχνουν επίσης ότι ο αριθμός των πυρκαγιών αυξάνεται και στις δύο γεωγραφικές ζώνες, με τη Βόρεια Ελλάδα να εμφανίζει ταχύτερο ρυθμό αύξησης και μεγαλύτερες διακυμάνσεις μεταξύ των ετών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 καταγράφονται ιδιαίτερα υψηλές τιμές στο Βορρά, ενώ η Νότια Ελλάδα ακολουθεί πιο ομαλά αλλά ανοδικά.
«Ισως αυτό να είναι και το σημαντικότερο μήνυμα της έρευνας. Η κλιματική αλλαγή δεν σημαίνει απλώς περισσότερες ή μεγαλύτερες πυρκαγιές. Σημαίνει ότι μεταβάλλονται σταδιακά οι ίδιοι οι μηχανισμοί που καθορίζουν πότε, πού και με ποια ένταση εκδηλώνονται», τονίζει ο κ. Κούτσιας, υπενθυμίζοντας τη σημασία της αξιοποίησης των ιστορικών αρχείων ως «μνήμης» της φύσης για την πρόβλεψη τέτοιων αργά εξελισσόμενων αλλαγών.
Τέλος, η διαφοροποίηση στη σύνθεση της βλάστησης —πλατύφυλλα δάση κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη και σκληρόφυλλη μεσογειακή βλάστηση στην Πελοπόννησο, την Αττική, τη Στερεά, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη— ενισχύει τις περιφερειακές διαφορές στον κίνδυνο και τη συμπεριφορά των πυρκαγιών. «Η μεγαλύτερη συμμετοχή πλατύφυλλων δασών στη Βόρεια Ελλάδα υποδηλώνει υψηλότερη διαθεσιμότητα βιομάζας, ενώ η επικράτηση της σκληρόφυλλης βλάστησης στη Νότια Ελλάδα αντανακλά οικοσυστήματα προσαρμοσμένα σε ξηροθερμικές συνθήκες», καταλήγει ο καθηγητής.

