Πρωτοποριακή δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει το σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης —γνωστό ως «burn out»— και επιδικάζει αποζημίωση εκδόθηκε από ελληνικό δικαστήριο, ανοίγοντας νέο κεφάλαιο στη νομική αντιμετώπιση των επαγγελματικών επιπτώσεων της υπερβολικής εργασίας στον χώρο της υγείας. Το Διοικητικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.
Η υπόθεση αφορά γιατρό που κατείχε τη θέση της διευθύντριας Παθολογικής Κλινικής σε δημόσιο νοσοκομείο της Περιφέρειας και, όπως προέκυψε, εφημέρευε σε 24ωρες βάρδιες πέραν των νομίμως προβλεπόμενων, συχνά ταυτόχρονα σε πολλαπλά πόστα (Κλινική Παθολογική, Κλινική covid και ΤΕΠ). Δεν έλαβε τη νόμιμη άδειά της και, παρά την ψυχική και σωματική κόπωση, η διοίκηση της νοσοκομειακής μονάδας την εντέλλετο να πραγματοποιεί περισσότερες από τις προβλεπόμενες εφημερίες.
Το πρωτόδικο δικαστήριο στάθμισε τις απαιτητικές συνθήκες εργασίας και τη συσσωρευμένη κόπωση από την αδιάκοπη εργασία, που οδήγησαν στην ψυχική και σωματική εξάντληση της ενάγουσας, επιβεβαιώνοντας ότι αυτές οι συνθήκες κατέληξαν στο σύνδρομο εργασιακής εξουθένωσης, καθιστώντας πλέον δυσχερή την παροχή εργασίας εκ μέρους της. Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη του ότι το νοσοκομείο δεν έλαβε ή δεν πρότεινε μέτρα για την άμβλυνση των συνθηκών που προκάλεσαν το σύνδρομο, ούτε και μετά την περίοδο της πανδημίας, οπότε δεν υπήρχαν πλέον επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος.
Στην αγωγή της η γιατρός περιγράφει πώς προσπάθησε επανειλημμένα να ενημερώσει τη διοίκηση, προσκομίζοντας πληθώρα εγγράφων και επισημαίνοντας ότι οι δυσκολίες στη λειτουργία θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την υγεία των ασθενών. Αντί για λύσεις, όπως καταγγέλλει, λάμβανε έγγραφα με τον τίτλο «εντέλλεσθε», τα οποία την ωθούσαν κάθε μέρα σε ψυχική και επαγγελματική εξόντωση.
Μετά από 20 χρόνια προσφοράς στο ΕΣΥ, η γιατρός αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή της, καθώς όπως υποστηρίζει δεν είχε άλλη επιλογή προκειμένου να αποφύγει την πλήρη ανικανότητα άσκησης των καθηκόντων της.
«Η απόφαση αυτή είναι πράγματι η πρώτη που αναγνωρίζει ότι η διοικητική αδράνεια απέναντι στην επαγγελματική εξουθένωση του ιατρικού προσωπικού, συνιστά παράνομη παράλειψη του Δημοσίου και γεννά υποχρέωση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης», όπως δηλώνει στα «ΝΕΑ» η πληρεξούσια δικηγόρος της γιατρού Βασιλική Γκόγκου, χαρακτηρίζοντας την πρωτόδικη απόφαση αιτιολογημένη.
Η ίδια δικηγόρος προσθέτει: «Παρόλο που πολλοί εργαζόμενοι στο ΕΣΥ εργάζονται υπερωριακά και αντιμετωπίζουν δύσκολες συνθήκες στην εργασία τους, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι περιπτώσεις είναι ίδιες. Η εντολέας μου έδωσε αγώνα με τα έγγραφα που πρωτοκολλούσε στη διοίκηση του νοσοκομείου, εντοπίζοντας τα προβλήματα που προέκυπταν λόγω της υποστελέχωσης και της εξάντλησής της, στα οποία η απάντηση ήταν πάντα “εντέλλεσθε”, κάτι που τελικώς την οδήγησε στην εξουθένωση και παραίτηση από τη δουλειά που είχε επιλέξει, αγαπούσε και είχε αφοσιωθεί σε αυτή». Γι’ αυτό και εστιάζει όχι μόνο «στην έκδοση μιας ιστορικής δικαστικής απόφασης, αλλά και στο ότι ο πολίτης πρέπει πάντα να διεκδικεί τα δικαιώματά του».

