Το μυστικό που χάθηκε από τη Fed: Μήπως οι ΗΠΑ κρύβουν ξανά μια «πλημμύρα» χρήματος?

Share

Είκοσι χρόνια μετά την απόφαση της Federal Reserve να παύσει τη δημοσίευση του ευρύτερου δείκτη νομισματικής κυκλοφορίας Μ3, η συζήτηση για τη σημασία του δείκτη επανέρχεται έντονα στο οικονομικό προσκήνιο. Η άρση αυτή, τον Μάρτιο του 2006, προκάλεσε τότε πολλά ερωτήματα, αφού συνέπεσε με μια περίοδο εκρηκτικής πιστωτικής επέκτασης στις ΗΠΑ —προάγγελο, όπως αποδείχτηκε, της κατάρρευσης της Lehman Brothers και της Μεγάλης Χρηματοπιστωτικής Κρίσης δύο χρόνια αργότερα.

Το Μ3 δεν είναι απλώς ένας ακόμη τεχνικός δείκτης. Είναι το πιο ευρύ μέτρο της ποσότητας χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία και περιλαμβάνει μετρητά, καταθέσεις, μεγάλα προθεσμιακά προϊόντα, θεσμικά κεφάλαια χρηματαγοράς και άλλες εξαιρετικά ρευστές μορφές χρηματοοικονομικών στοιχείων. Οι υποστηρικτές της σημασίας του επισημαίνουν ότι οι υπερβολικές αυξήσεις συχνά προειδοποιούν για δημιουργία φουσκών και μελλοντικές πληθωριστικές πιέσεις.

Η θεωρητική βάση αυτής της άποψης παραπέμπει στον Μίλτον Φρίντμαν και τον μονεταρισμό: «ο πληθωρισμός είναι πάντοτε και παντού νομισματικό φαινόμενο». Με απλά λόγια, όταν το χρήμα αυξάνεται ταχύτερα από την πραγματική παραγωγή, οι τιμές στο τέλος ακολουθούν ανοδικά.

Ιστορικά, κεντρικές τράπεζες παρακολουθούσαν στενά τέτοιους δείκτες. Στη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η παρακολούθηση της ευρείας νομισματικής μάζας αποτέλεσε κεντρικό εργαλείο στην καταπολέμηση του υψηλού πληθωρισμού. Η Fed όμως ακολούθησε διαφορετική πορεία, και η απόφασή της το 2006 να σταματήσει τη δημοσίευση του Μ3 προκάλεσε συζητήσεις για τα πραγματικά κίνητρα και την επάρκεια των εποπτικών εργαλείων.

Το ζήτημα πήρε νέα ώθηση μετά το 2021, όταν ο Τζερόμ Πάουελ δήλωσε ότι η αύξηση της ποσότητας χρήματος δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τις οικονομικές προοπτικές. Για πολλούς οικονομολόγους η τοποθέτηση αυτή ήταν σχεδόν αιρετική και ξανάνθισε η συζήτηση για το αν οι κεντρικές τράπεζες υποτιμούν επιπόλαια τον ρόλο της ρευστότητας.

Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν ξανά αυξημένη ρευστότητα: νέες παρεμβάσεις στην αγορά κρατικών τίτλων από τη Fed και επίμονα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα έχουν προκαλέσει ανησυχία. Οι επικριτές βλέπουν ομοιότητες με τη μεταπανδημική περίοδο 2021-2023, όταν τεράστια ποσά διοχετεύθηκαν στην οικονομία και πολλοί αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την άνοδο των τιμών «παροδική». Τελικά ο πληθωρισμός αποκάλυψε βαθύτερες αιτίες.

Ο βετεράνος αναλυτής της Société Générale, Άλμπερτ Έντουαρντς, προειδοποιεί ότι η Fed εξακολουθεί να υποτιμά τον ρόλο της ποσότητας χρήματος και ότι η νέα έκρηξη ρευστότητας μπορεί να κρύβει κινδύνους που δεν είναι ακόμη ορατοί. Η διαφορά με το παρελθόν, υπογραμμίζει, είναι ότι η σημερινή ρευστότητα δεν εγκλωβίζεται πια εντός του χρηματοπιστωτικού συστήματος αλλά μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία μέσω τραπεζικών δανείων, επενδύσεων και τεχνολογικών έργων.

Αυτή η μετάδοση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία ανησυχεί ιδιαίτερα τους μονεταριστές, ειδικά όταν ταυτίζεται με γεωπολιτικές εντάσεις και υψηλές τιμές ενέργειας. Η εμπειρία της δεκαετίας του 1970 δείχνει ότι ένα εξωτερικό σοκ, όπως μια πετρελαϊκή κρίση, μπορεί να εκτοξεύσει τις πληθωριστικές πιέσεις πέρα από κάθε έλεγχο.

Όπως συμβαίνει συχνά στην οικονομική ιστορία, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα αν οι σημερινές ανησυχίες θα επιβεβαιωθούν. Το μάθημα που υπενθυμίζει όμως η αναζωπύρωση της συζήτησης για το Μ3 είναι σαφές: η υπερβολική ρευστότητα μπορεί να παραμένει αόρατη για χρόνια, αλλά σπάνια εξαφανίζεται χωρίς συνέπειες.

Και όπως έδειξαν το 2008 και το 2022, οι μεγαλύτερες κρίσεις συχνά γεννιούνται ακριβώς τη στιγμή που οι περισσότεροι πιστεύουν ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο.

Τελευταία Νέα
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ