Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί στο Πεκίνο, μόλις λίγες ημέρες προτού ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ταξιδέψει στην κινεζική πρωτεύουσα, έχει αναζωπυρώσει συζητήσεις για τον πιθανό ρόλο της Κίνας ως μεσολαβητή στη σύγκρουση Ουάσιγκτον–Τεχεράνης. Στην πράξη, το Πεκίνο φαίνεται να βρίσκεται σε θέση-κλειδί: είναι στενός διπλωματικός και οικονομικός σύμμαχος του Ιράν, αλλά διατηρεί και ανοικτές γραμμές με την Ουάσινγκτον, μια ισορροπία που αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της συνάντησης Τραμπ–Σι στις 14 και 15 Μαΐου.
Ο Αραγτσί, κατά τη συνάντηση με τον κινέζο ομόλογό του Γουάνγκ Γι, εξέφρασε μεγάλες ελπίδες ότι η Κίνα θα μπορούσε να αποτρέψει «παραβιάσεις της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας». Ο Γουάνγκ Γι, με τη σειρά του, δεσμεύτηκε ότι η χώρα του θα διαδραματίσει “μεγαλύτερο ρόλο στην αποκατάσταση της ειρήνης και της ηρεμίας στη Μέση Ανατολή”.
Η αναζήτηση διπλωματικής λύσης είναι επείγουσα: με μια ασταθή εκεχειρία και, όπως επισημαίνει το CNN, μια διπλωματία «σταμάτα – ξεκίνα» που μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να οδηγήσει στο τέλος του πολέμου, τόσο η Τεχεράνη όσο και η Ουάσινγκτον ψάχνουν μια ανατροπή. Ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας οικονομικής αναταραχής λόγω της σύγκρουσης πιέζει επιπλέον για λύσεις.
Από την πλευρά των ΗΠΑ, αναμένεται ότι ο Τραμπ θα θέσει το ζήτημα της σύγκρουσης στον Σι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Πεκίνο. Σημειωτέον ότι ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο το ανέφερε χθες, όταν δήλωσε ότι ελπίζει πως η Κίνα θα πιέσει το Ιράν να χαλαρώσει τον έλεγχο που ασκεί στα Στενά του Ορμούζ. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ κάλεσε την Κίνα να εντείνει τις διπλωματικές της προσπάθειες για να πείσει το Ιράν να ανοίξει τα Στενά στη διεθνή ναυτιλία.
Πέρα από την πολιτική διάσταση, τα οικονομικά κίνητρα της Κίνας είναι σαφή. Πριν από τον πόλεμο το Πεκίνο αγόραζε περισσότερο από το 80% του πετρελαίου που εξάγει το Ιράν, σύμφωνα με στοιχεία για το 2025 από την εταιρεία αναλύσεων Kpler. Ωστόσο, οι εισαγωγές αργού από το Ιράν έχουν περιοριστεί σημαντικά, γεγονός που εντείνει την επιθυμία του Πεκίνου για ειρήνη στην περιοχή ώστε να προστατευθούν οι ενεργειακές του ανάγκες.
Η κινεζική κυβέρνηση, σύμφωνα με αναλυτές, έχει εμπλακεί σε έντονη διπλωματική δραστηριότητα και απέφυγε να ασκήσει σκληρή κριτική στη διεξαγωγή του πολέμου από τις ΗΠΑ, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η επερχόμενη σύνοδος κορυφής —η οποία ήδη έχει αναβληθεί μια φορά εξαιτίας της σύγκρουσης— θα διεξαχθεί ομαλά.
Επιπλέον, η πορεία του πολέμου αφορά άμεσα την οικονομία της Κίνας: παρότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου έχει σχετικά απομονωθεί από την ιστορική παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση χάρη σε τεράστια αποθέματα, υψηλό επίπεδο ενεργειακής αυτάρκειας και πρώιμη στροφή στην πράσινη ενέργεια, αυτά τα αποθέματα μειώνονται. Μια παγκόσμια ύφεση λόγω του πολέμου θα πλήξει επίσης την εξαγωγικά προσανατολισμένη κινεζική οικονομία.
Τέλος, το γεγονός ότι τόσο η Τεχεράνη όσο και η Ουάσιγκτον αναζητούν την Κίνα μέσα σε μία εβδομάδα αποτελεί διπλωματική νίκη για τον Σι, ο οποίος επιδιώκει να εδραιώσει τον ρόλο της χώρας του ως παγκόσμιας δύναμης. Παρά την αντίληψη στη Δύση ότι το Πεκίνο «χαίρεται» κάθε φορά που οι ΗΠΑ δεσμεύονται αλλού, υπάρχουν συγκεκριμένοι και απτοί λόγοι για τους οποίους η Κίνα έχει συμφέρον να δει τον τερματισμό της σύγκρουσης.

