Έντονες ανησυχίες για την ασφάλεια προκάλεσε το πρόσφατο περιστατικό στο ξενοδοχείο Χίλτον της Ουάσιγκτον, στο ίδιο μέρος όπου πριν από 45 χρόνια είχε δεχθεί πυροβολισμούς ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρίγκαν. Κανείς δεν ανέμενε ότι κάποιος θα μπορούσε με σχετική ευκολία να παρακάμψει τα μέτρα και να προσεγγίσει την αίθουσα όπου βρίσκονταν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, μέλη της κυβέρνησής του και δημοσιογράφοι, κατά το επίσημο δείπνο των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου.
Η ευχέρεια με την οποία κινήθηκε ο 31χρονος δράστης Άλεν Κόουλ στο δείπνο εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των μέτρων ασφαλείας. Παρά την εμφανή παρουσία δυνάμεων ασφαλείας, η πρόσβαση στο ξενοδοχείο αποδείχθηκε πιο εύκολη απ’ ό,τι αναμενόταν, αφήνοντας σημαντικά κενά στους ελέγχους.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, οι καλεσμένοι μπορούσαν να εισέλθουν στο ξενοδοχείο απλώς επιδεικνύοντας ένα εισιτήριο ή μια πρόσκληση, χωρίς να γίνεται σάρωση ή ταυτοποίηση στοιχείων. Η Κάρι Λέικ, πρώην υποψήφια των Ρεπουμπλικάνων για τη θέση του κυβερνήτη και της Γερουσίας στην Αριζόνα, και σήμερα ανώτερη σύμβουλος στην Υπηρεσία Παγκόσμιων Μέσων των ΗΠΑ, ανέφερε στα social media ότι «κανείς δεν ζήτησε να δει το εισιτήριό μου ούτε μου ζήτησε ταυτότητα», περιγράφοντας μια διαδικασία που στηριζόταν περισσότερο στην επίδειξη παρά στον ουσιαστικό έλεγχο.
Επιπλέον, οι επισκέπτες είχαν πρόσβαση σε χώρους του ξενοδοχείου χωρίς να περάσουν από ανιχνευτές μετάλλων, οι οποίοι υπήρχαν μόνο στην είσοδο της κεντρικής αίθουσας, γεγονός που διευκόλυνε την εσωτερική μετακίνηση χωρίς ουσιαστική επιτήρηση.
Το μεγαλύτερο κενό φαίνεται πως εντοπίζεται πριν από την εκδήλωση: ο 31χρονος δράστης είχε κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο από την προηγούμενη ημέρα, αποκτώντας πλήρη εικόνα των χώρων και των διαδρομών. Όπως σημείωσε πρώην αξιωματούχος του FBI, ο δράστης «δεν κατάφερε να παρακάμψει το σχέδιο ασφαλείας το βράδυ της εκδήλωσης, αλλά την ημέρα που έκανε την κράτηση (στο ξενοδοχείο)».
Η δυνατότητα διαμονής σε έναν χώρο που πρόκειται να φιλοξενήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, χωρίς αυξημένο έλεγχο, αναδεικνύεται ως μία από τις πιο σοβαρές αστοχίες των Αρχών.
Σε σημειώματα που άφησε πίσω του, ο Άλεν Κόουλ εκφράζει την έκπληξή του για την απουσία μέτρων ασφαλείας, γράφοντας ότι «μπήκα στο ξενοδοχείο με πολλαπλά όπλα και κανείς δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσα να είμαι απειλή». Σε άλλο σημείο αναφέρει: «Περίμενα κάμερες παντού, ένοπλους πράκτορες κάθε λίγα μέτρα και αυστηρούς ελέγχους. Αντί για αυτό, δεν υπήρχε τίποτα».
Πηγές αναφέρουν ότι η ασφάλεια είχε επικεντρωθεί κυρίως σε εξωτερικούς κινδύνους, όπως διαδηλωτές ή νέες αφίξεις, χωρίς να ελέγχει όσους βρίσκονταν ήδη εντός του ξενοδοχείου. Το γεγονός ότι ο δράστης κινήθηκε από το εσωτερικό προς την αίθουσα της εκδήλωσης χωρίς να εντοπιστεί εγκαίρως ενισχύει τις επικρίσεις για ανεπαρκή επιτήρηση.
Ο Τσαρλς Μαρίνο, πρώην στέλεχος των Μυστικών Υπηρεσιών, θέτει ζήτημα επικαιροποίησης των μέτρων ασφαλείας, τονίζοντας ότι «το βασικό ερώτημα είναι αν τα παραδοσιακά πρωτόκολλα επαρκούν για το σημερινό περιβάλλον απειλών». Αν και οι Αρχές υποστηρίζουν ότι το σύστημα λειτούργησε, καθώς ο δράστης ακινητοποιήθηκε πριν φτάσει στον στόχο του, η ευκολία με την οποία πλησίασε τόσο κοντά στον πρόεδρο προκαλεί έντονο προβληματισμό και απαιτεί αναθεώρηση των πρωτοκόλλων.

