Οι κάλπες των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ ανοίγουν την Τρίτη (3/11), σε ένα σκηνικό πρωτοφανούς πόλωσης και με την αναμέτρηση να εξελίσσεται σε άτυπο δημοψήφισμα για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι καλούνται να αποφασίσουν ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο, την ώρα που η δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου παραμένει καθηλωμένη κοντά στο ιστορικό χαμηλό της. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν προβάδισμα, ενώ μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, κυρίως οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι, αντιμετωπίζει την ψήφο ως μέσο αποδοκιμασίας της σημερινής διακυβέρνησης.
Η τελευταία πενθήμερη δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, η οποία ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, καταγράφει τους Δημοκρατικούς στο 46% στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο, έναντι 38% των Ρεπουμπλικανών. Η διαφορά των οκτώ ποσοστιαίων μονάδων παραμένει σημαντική, αν και πριν από μία εβδομάδα έφτανε τις έντεκα, γεγονός που δείχνει μια προσπάθεια συσπείρωσης στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών.
Την ίδια ώρα, το ποσοστό αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ περιορίζεται στο 32%, μόλις μία μονάδα πάνω από το ιστορικό χαμηλό του 31% που είχε καταγραφεί πριν από δύο εβδομάδες. Ιδιαίτερα ανησυχητική για τους Ρεπουμπλικανούς είναι η στάση των ανεξάρτητων ψηφοφόρων: το 50% δηλώνει ότι βλέπει τις εκλογές ως ευκαιρία για να καταψηφίσει τον Τραμπ, ενώ μόλις το 13% τις αντιμετωπίζει ως ψήφο στήριξης προς τον πρόεδρο.
Οι εκτιμήσεις θέλουν τους Δημοκρατικούς να έχουν σαφές προβάδισμα στη μάχη για την ανάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Στη Γερουσία, ωστόσο, η εικόνα παραμένει αμφίρροπη, με πολιτείες όπως το Τέξας, το Κάνσας και η Αϊόβα να έχουν μετατραπεί απροσδόκητα σε πεδία σκληρής εκλογικής σύγκρουσης.
Σε περίπτωση που οι Δημοκρατικοί κερδίσουν έστω και ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα, θα μπορούν να μπλοκάρουν τους δικαστικούς διορισμούς του Τραμπ και να προχωρήσουν σε εκτεταμένες έρευνες για τη λειτουργία της κυβέρνησής του. Μια τέτοια εξέλιξη θα άλλαζε ριζικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον.
Στο Μίσιγκαν, η μάχη για τη Γερουσία πήρε διαστάσεις εσωκομματικού «εμφυλίου», μετά την απόφαση της βουλεύτριας των Δημοκρατικών Χέιλι Στίβενς να αποσύρει τη στήριξή της από τον υποψήφιο του κόμματος, Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ, και να ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του Μάικ Ρότζερς.
Η επιλογή της προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις στη βάση των Δημοκρατικών, με αρκετούς ψηφοφόρους να μιλούν για «προδοσία». Η μητέρα της Στίβενς υπερασπίστηκε την απόφαση της κόρης της, υποστηρίζοντας ότι υπαγορεύτηκε από τον φόβο που προκαλεί η αριστερή ρητορική του Ελ-Σαγιέντ. Η Στίβενς είχε ηττηθεί με μικρή διαφορά από τον Ελ-Σαγιέντ στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών για την υποψηφιότητα στη Γερουσία.
Η κίνηση, πάντως, φαίνεται πως λειτούργησε αντίστροφα, καθώς συσπείρωσε τους υποστηρικτές του Ελ-Σαγιέντ. Η προεκλογική του εκστρατεία συγκέντρωσε 2,4 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε μία ημέρα, μέσω μικροδωρεών από δεκάδες χιλιάδες πολίτες.
Ο Ελ-Σαγιέντ, ο οποίος έχει βρεθεί επανειλημμένα στο στόχαστρο των Ρεπουμπλικανών με ισλαμοφοβικές επιθέσεις και ανυπόστατες κατηγορίες, χαρακτήρισε τις επιθέσεις εναντίον του «ντροπιαστικές». Η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν θεωρείται καθοριστική για την πλειοψηφία στη Γερουσία, ενώ σε περίπτωση εκλογής του ο Ελ-Σαγιέντ θα γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να αφιερώσει μεγάλο μέρος της τελευταίας δημόσιας ομιλίας του πριν από τις κάλπες σε μια ασυνήθιστη θεματολογία: την ανακαίνιση της λίμνης στο Μνημείο Λίνκολν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε εκτενώς για σωλήνες, αρμούς, γρανίτες και διαρροές, παρουσιάζοντας μάλιστα και σχετικές εικονογραφήσεις στους παρευρισκόμενους, πριν αναφερθεί στην εκλογική αναμέτρηση:
«Όταν ψηφίζετε, να θυμάστε: ένα κόμμα που μισεί την Αμερική δεν πρέπει να επιτραπεί να κυβερνήσει τους ανθρώπους που έχτισαν τη χώρα μας».
Η επιλογή του προέδρου να εστιάσει στις τεχνικές λεπτομέρειες του έργου στο Μνημείο Λίνκολν, αντί να επικεντρωθεί αποκλειστικά στη μάχη για το Κογκρέσο, σχολιάστηκε έντονα, την ώρα που οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να μετατρέψουν την αναμέτρηση σε ψήφο αποδοκιμασίας της κυβέρνησής του.
SAUL LOEB/Pool via REUTERS

