AI: Το χρέος των 3 τρισ. δολαρίων που επηρεάζει τις αγορές – Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό αν επιβραδυνθεί η αγορά;

Share

Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης αποκτά ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση από τον δανεισμό, καθώς οι επενδύσεις σε data centers, ημιαγωγούς και ενεργειακές υποδομές ξεπερνούν τις δυνατότητες χρηματοδότησης από τις υφιστάμενες ταμειακές ροές των εταιρειών.

Σύμφωνα με τον Economist, οι επιχειρήσεις του οικοσυστήματος της AI έχουν αντλήσει περίπου 850 δισ. δολάρια σε νέο χρέος από την αρχή του 2026. Το ποσό αυτό ανεβάζει τη συνολική μόχλευση του κλάδου πάνω από τα 3 τρισ. δολάρια και προκαλεί ανησυχία για το κατά πόσο θα μπορέσουν οι εταιρείες να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, εφόσον η ζήτηση δεν εξελιχθεί όπως προβλέπεται.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Η JPMorgan Chase εκτιμά ότι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη θα φτάσουν περίπου τα 5,5 τρισ. δολάρια έως το 2030. Περίπου τα τρία τέταρτα του ποσού αναμένεται να χρηματοδοτηθούν μέσω χρέους, γεγονός που αυξάνει την πίεση τόσο στις τεχνολογικές εταιρείες όσο και στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ενδεικτική της έντασης των πιέσεων είναι η εικόνα της CoreWeave, εταιρείας που ενοικιάζει υπολογιστική δυναμικότητα από data centers για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Η τιμή του πενταετούς ομολόγου της έχει υποχωρήσει κατά 16% από τον Ιούλιο, ενώ η απόδοσή του έχει αυξηθεί από 10% σε 15%. Πρόκειται για επίπεδο που, όπως επισημαίνει ο Economist, παραπέμπει σε εταιρείες οι οποίες αντιμετωπίζουν σημαντική χρηματοοικονομική πίεση.

Την ίδια ώρα, τα CDS, δηλαδή τα συμβόλαια αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου, αποτιμούν σε πάνω από 60% την πιθανότητα αδυναμίας εξυπηρέτησης του χρέους της CoreWeave μέσα στην επόμενη πενταετία. Η ένδειξη αυτή δεν αποτελεί βεβαιότητα, αποτυπώνει όμως την αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών.

Ανοδικά κινούνται και οι αποδόσεις των ομολόγων ανταγωνιστών της, όπως οι Nebius και TeraWulf. Από τις δέκα εισηγμένες εταιρείες της κατηγορίας των παρόχων «neoclouds», μόλις δύο εμφανίζουν κέρδη. Ο συνολικός δανεισμός τους ανέρχεται σε 100 δισ. δολάρια, ποσό τριπλάσιο των ετήσιων εσόδων τους, ενώ τα 57 δισ. δολάρια έχουν αντληθεί μέσα στο 2026.

Η στροφή προς το χρέος δεν αφορά μόνο τις μικρότερες ή πιο ευάλωτες εταιρείες. Οι Alphabet, Amazon, Microsoft και Meta έχουν δανειστεί συνολικά 214 δισ. δολάρια από την αρχή του έτους, έναντι 83 δισ. δολαρίων στο σύνολο του προηγούμενου έτους. Η Oracle έχει συσσωρεύσει δανεισμό 169 δισ. δολαρίων και έχει προχωρήσει σε νέες εκδόσεις ύψους 25 δισ. δολαρίων μέσα στο 2026.

Στο ίδιο διάστημα, η SoftBank και η SpaceX άντλησαν επιπλέον 91 δισ. δολάρια. Άλλα 79 δισ. δολάρια αφορούν χρέος για data centers μέσω εταιρειών ειδικού σκοπού, ενώ 84 δισ. δολάρια έχουν αντληθεί από κατασκευαστές ημιαγωγών και άλλες επιχειρήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Συνυπολογίζοντας τους προμηθευτές εξοπλισμού και τις αμερικανικές επιχειρήσεις ηλεκτρισμού, ο νέος δανεισμός πλησιάζει τα 850 δισ. δολάρια. Είναι περίπου τετραπλάσιος σε σχέση με το ποσό που είχαν αντλήσει οι ίδιες κατηγορίες εταιρειών το 2023.

Για να εξασφαλίσουν τα απαιτούμενα κεφάλαια, οι εταιρείες αξιοποιούν πλέον περισσότερες αγορές και σύνθετα χρηματοδοτικά εργαλεία. Περίπου το 30% των ομολόγων που εξέδωσαν φέτος οι πέντε μεγαλύτεροι πάροχοι cloud —οι τέσσερις μεγάλοι όμιλοι και η Oracle— ήταν σε νομίσματα διαφορετικά από το δολάριο, όπως το ευρώ, η στερλίνα και το γεν.

Παράλληλα, διευρύνεται η χρήση εταιρειών ειδικού σκοπού. Ο Economist αναφέρεται στο έργο Sopaipilla της Meta στο Ελ Πάσο του Τέξας, ένα συγκρότημα δέκα data centers. Η ιδιοκτησία ανήκει στη Wurldwide, στην οποία η Meta συμμετέχει με 20% και η BlackRock με 80%. Η Wurldwide εξέδωσε τον Αύγουστο χρέος 13 δισ. δολαρίων για την κατασκευή του συγκροτήματος, το οποίο η Meta έχει συμφωνήσει να μισθώσει για 20 χρόνια.

Με αυτόν τον τρόπο, οι επενδυτές εξασφαλίζουν μια μακροχρόνια ροή εσόδων με τη στήριξη της Meta, ενώ ο τεχνολογικός όμιλος διατηρεί τον συγκεκριμένο δανεισμό εκτός του ισολογισμού του. Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν αποδώσει στη Wurldwide πιστοληπτική βαθμολογία μία βαθμίδα χαμηλότερη από εκείνη της Meta.

Μία ακόμη πρακτική που κερδίζει έδαφος είναι η χρηματοδότηση με ενέχυρο τους ίδιους τους ημιαγωγούς. Έτσι, διαφορετικά τμήματα μιας υποδομής —το κτίριο, τα chips και ενδεχομένως η μονάδα ηλεκτροπαραγωγής που την τροφοδοτεί— μπορούν να χρηματοδοτούνται μέσω διαφορετικών επιπέδων χρέους. Η πολυπλοκότητα αυτών των δομών δυσκολεύει τον ακριβή υπολογισμό του συνολικού κινδύνου.

Στην πραγματική έκθεση προστίθενται και υποχρεώσεις που δεν καταγράφονται ως συμβατικός δανεισμός. Σύμφωνα με στοιχεία της CreditSights που επικαλείται ο Economist, οι πέντε μεγαλύτεροι πάροχοι cloud έχουν υποχρεώσεις μισθώσεων άνω των 250 δισ. δολαρίων στους ισολογισμούς τους. Παράλληλα, έχουν συμφωνήσει μισθώσεις αξίας 1,2 τρισ. δολαρίων που δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει, καθώς και αγορές προϊόντων από προμηθευτές συνολικού ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων.

Επιπλέον, οι ισχυρότερες εταιρείες παρέχουν εγγυήσεις σε πελάτες τους. Η Nvidia έχει αναλάβει δεσμεύσεις κάλυψης έως και 300 δισ. δολαρίων χρέους που χρησιμοποιείται για την αγορά των chips της, σε περίπτωση που οι πελάτες της αδυνατούν να αποπληρώσουν τους πιστωτές τους. Αντίστοιχες μορφές στήριξης έχουν προσφέρει η Alphabet και η Broadcom σε ορισμένους πελάτες τους.

Οι εγγυήσεις αυτές διευκολύνουν την άντληση κεφαλαίων για νέες επενδύσεις, ταυτόχρονα όμως κάνουν δυσκολότερο τον εντοπισμό της τελικής έκθεσης και της διαδρομής που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν οι ζημιές σε περίπτωση επιδείνωσης των συνθηκών.

Στους βασικούς αγοραστές του χρέους περιλαμβάνονται μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων. Η Pimco, για παράδειγμα, αγόρασε τίτλους αξίας 18 δισ. δολαρίων από ομολογιακή έκδοση 27 δισ. δολαρίων για το συγκρότημα data centers Hyperion της Meta στη Λουιζιάνα. Μέρος της έκδοσης μεταπωλήθηκε στη συνέχεια σε θεσμικούς επενδυτές, μεταξύ των οποίων ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία.

Παρουσία στις σύνθετες χρηματοδοτήσεις έχουν και εταιρείες ιδιωτικής πίστωσης, όπως η Apollo και η Blackstone, ενώ τα hedge funds δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για τους παρόχους «neoclouds». Έτσι, η έκθεση στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν αφορά πλέον μόνο τους μετόχους των τεχνολογικών εταιρειών, αλλά επεκτείνεται σε σημαντικά τμήματα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Παρά την αυξημένη μόχλευση, ο Economist σημειώνει ότι δεν έχει εκδηλωθεί γενικευμένος πανικός στις αγορές. Μόλις περίπου το 15% της αξίας των ομολόγων που συνδέονται με την AI και εκδόθηκαν φέτος βρίσκεται στη μη επενδυτική βαθμίδα, ενώ ισχυροί ισολογισμοί, όπως αυτός της Nvidia, μπορούν να λειτουργήσουν ως απορροφητές κραδασμών.

Ο πρώτος βασικός κίνδυνος είναι η άνοδος του κόστους δανεισμού. Για τους μεγαλύτερους ομίλους αυτό σημαίνει πίεση στην κερδοφορία, για τους πιο ευάλωτους παρόχους όμως μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρό πρόβλημα. Στην CoreWeave, οι τόκοι απορροφούν ήδη περίπου το ένα τέταρτο των ετήσιων εσόδων.

Ο δεύτερος και σημαντικότερος κίνδυνος είναι η ζήτηση να μην αυξηθεί με τον ρυθμό που απαιτούν οι επενδύσεις. Στοιχεία της Ramp, παρόχου εταιρικών καρτών, δείχνουν ότι οι δαπάνες των πελατών της για υπηρεσίες AI παραμένουν στάσιμες από τον Ιούλιο, καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να περιορίσουν το αυξανόμενο κόστος. Τα στοιχεία αφορούν τη συγκεκριμένη πελατειακή βάση, αποτελούν όμως μία από τις ενδείξεις επιβράδυνσης που περιλαμβάνει η ανάλυση.

Εάν η ζήτηση κινηθεί χαμηλότερα από τις προβλέψεις, οι χρηματοδοτικοί σχεδιασμοί μπορεί να ανατραπούν. Παράλληλα, οι αναμενόμενες εισαγωγές της Anthropic ή της OpenAI στο χρηματιστήριο ενδέχεται να μετατεθούν, ενώ οι επενδυτές θα κληθούν να επανεξετάσουν την έκθεσή τους στον κλάδο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η εμπορική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης θα δημιουργήσει εγκαίρως τις ταμειακές ροές που απαιτούνται για να στηρίξουν τον ολοένα μεγαλύτερο όγκο υποχρεώσεων.

Πηγή: OT.gr

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ