Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τη δημιουργία ενός νέου, ιδιαίτερα ισχυρού εμπορικού μηχανισμού, που θα μπορούσε να επιτρέψει στις Βρυξέλλες να περιορίζουν ή ακόμη και να απαγορεύουν πλήρως τις εισαγωγές προϊόντων από συγκεκριμένες χώρες σε περιπτώσεις σοβαρής απειλής για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η Κίνα, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναζητά τρόπους προστασίας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από τις κρατικές επιδοτήσεις, την υπερπαραγωγή και τις επιθετικές τιμολογιακές πρακτικές που αποδίδονται στο Πεκίνο.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, τις οποίες μεταφέρει η ισπανική οικονομική ιστοσελίδα elEconomista, οι Ευρωπαίοι ηγέτες ζήτησαν από την Επιτροπή να επεξεργαστεί σχετική πρόταση. Το σχέδιο βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση και δεν αποτελεί ειλημμένη απόφαση.
Βασικός στόχος δεν είναι απαραίτητα ένας γενικευμένος εμπορικός αποκλεισμός, αλλά η δημιουργία ενός αξιόπιστου μέσου πίεσης, το οποίο θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Ευρώπης απέναντι στους εμπορικούς της εταίρους.
«Εάν η Κίνα προχωρήσει σε σαφώς αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, θα μπορούμε να περιορίσουμε την είσοδο κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, ακόμη και να την κλείσουμε εντελώς», δήλωσε ο πρόεδρος της Λιθουανίας, Γκιτάνας Ναουσέντα, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια επιλογή ακραίο αλλά ισχυρό εργαλείο.
Η πρωτοβουλία συζητείται σε μια περίοδο κατά την οποία το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυξηθεί σημαντικά. Με βάση τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα, τον Σεπτέμβριο έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 34,8 δισ. δολαρίων, εντείνοντας τις ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι η εκτεταμένη κρατική στήριξη των κινεζικών επιχειρήσεων δημιουργεί ανισορροπίες στην αγορά, καθώς τους επιτρέπει να εξάγουν προϊόντα σε τιμές με τις οποίες οι ευρωπαϊκές εταιρείες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, έχει επανειλημμένα απορρίψει τις κατηγορίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού, επιμένοντας ότι η ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων βασίζεται στην παραγωγική αποτελεσματικότητα και την τεχνολογική πρόοδο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η μετατόπιση της Γερμανίας. Το Βερολίνο αντιμετώπιζε παραδοσιακά με επιφυλακτικότητα τις εμπορικές συγκρούσεις με την Κίνα, λόγω των ισχυρών οικονομικών δεσμών των δύο χωρών, ωστόσο πλέον εμφανίζεται διατεθειμένο να στηρίξει αυστηρότερα μέτρα.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει αδρανής απέναντι σε πρακτικές που πλήττουν την οικονομία της. Έκανε λόγο για κρατικές επιδοτήσεις, τεχνητά υποτιμημένες συναλλαγματικές ισοτιμίες, υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και επιθετικές πολιτικές τιμών.
«Όποιος επιδιώκει εμπορική σύγκρουση μαζί μας, θα μας βρει έτοιμους να απαντήσουμε με τα κατάλληλα μέσα», δήλωσε στη γερμανική Βουλή.
Η στάση του Βερολίνου αποκτά πρόσθετο βάρος, καθώς η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία διατηρεί ισχυρή παρουσία στην κινεζική αγορά. Την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα εντονότερο ανταγωνισμό από τους Κινέζους κατασκευαστές, τόσο στα ηλεκτρικά όσο και στα υβριδικά οχήματα.
Στο πλαίσιο των συζητήσεων εξετάζεται, σύμφωνα με το Bloomberg, η επιβολή ετήσιου ορίου 350.000 εισαγόμενων κινεζικών υβριδικών αυτοκινήτων. Περιορισμοί θα μπορούσαν επίσης να επιβληθούν στη χημική βιομηχανία, στα βαρέα μηχανήματα, στη ρομποτική, στην ηλιακή και αιολική ενέργεια, καθώς και σε προϊόντα ιατρικής τεχνολογίας.
Οι συγκεκριμένοι κλάδοι θεωρούνται κρίσιμοι για τη βιομηχανική ανάπτυξη, την ενεργειακή μετάβαση και την τεχνολογική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, μια γενικευμένη απαγόρευση εισαγωγών θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες και στην ίδια την Ευρώπη.
Πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξαρτώνται από κινεζικές πρώτες ύλες, εξαρτήματα και τεχνολογικό εξοπλισμό, ενώ το ενδεχόμενο αντιποίνων από το Πεκίνο δημιουργεί επιπλέον κινδύνους για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές.
Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει παράλληλα τρόπους ενθάρρυνσης των επιχειρήσεων ώστε να διαφοροποιήσουν τους προμηθευτές τους και να περιορίσουν την εξάρτησή τους από συγκεκριμένες αγορές. Σχετικές προτάσεις ενδέχεται να παρουσιαστούν πριν από τον Δεκέμβριο.
Η δημιουργία ενός τόσο δραστικού μηχανισμού θα απαιτούσε, πάντως, προσεκτική νομική επεξεργασία. Το νέο εργαλείο θα πρέπει να συμβαδίζει με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, τις διεθνείς εμπορικές δεσμεύσεις και τις αρμοδιότητες των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη μέσα εμπορικής άμυνας, όπως δασμούς αντιντάμπινγκ, μέτρα κατά των επιδοτήσεων και τον μηχανισμό αντιμετώπισης οικονομικού εξαναγκασμού. Η υπό συζήτηση πρωτοβουλία θα μπορούσε να διευρύνει σημαντικά τις δυνατότητες παρέμβασής της.
Το διακύβευμα, επομένως, ξεπερνά τις εμπορικές σχέσεις με την Κίνα. Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να αποκτήσουν ένα ισχυρότερο θεσμικό εργαλείο για την προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγής, σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές εμπόριο επηρεάζεται όλο και περισσότερο από γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.
Εάν η πρόταση προχωρήσει, θα σηματοδοτήσει ουσιαστική μετατόπιση της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής: από την παραδοσιακή έμφαση στο άνοιγμα των αγορών, σε μια πιο ενεργητική υπεράσπιση της οικονομικής ασφάλειας και της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.

