Αν κάποιος έβαζε αυτόν τον τίτλο όταν ο Ολυμπιακός ανακοίνωνε στα μέσα Αυγούστου την απόκτηση του Εμπάι Εντζάι, πιθανότατα θα ακουγόταν ειρωνικός. Ο Σενεγαλέζος δεν ήρθε στον Πειραιά ως η μεταγραφή που θα πουλούσε εισιτήρια, ούτε ως ο παίκτης γύρω από τον οποίο θα περιστρεφόταν η επόμενη ημέρα των πρωταθλητών Ευρώπης. Στη συνείδηση αρκετών ήταν ο «συμπληρωματικός» του ρόστερ, ένα αθλητικό κορμί για ειδικές αποστολές, ένας παίκτης ενέργειας με περιορισμένη επιθετική γκάμα και, για τους πιο αυστηρούς, ένας μάλλον μονοδιάστατος φόργουορντ που θα έμπαινε για λίγα λεπτά ώστε να τρέξει, να μαρκάρει και να ξεκουράσει τους βασικούς.
Τρία παιχνίδια EuroLeague αργότερα, το ερώτημα «πού θα πάει με Εντζάι;» έχει πάψει να είναι ειρωνικό. Έχει γίνει απολύτως σοβαρό.
Ο Εντζάι έχει προλάβει να βάλει 36 πόντους σε μόλις 46:11 συμμετοχής, με 14/15 δίποντα, 8/10 βολές και ούτε μία προσπάθεια τριών πόντων. Στην Μπολόνια χρειάστηκε ακριβώς 20 λεπτά για να κάνει career high με 23 πόντους, έχοντας 10/11 δίποντα, 3/3 βολές, 7 ριμπάουντ –τα τέσσερα επιθετικά–, ένα κλέψιμο, ένα κόψιμο, μόλις ένα λάθος και 29 PIR.
Και το πιο εντυπωσιακό δεν είναι καν ότι έβαλε 23.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο τους έβαλε και όλα όσα έκανε μέχρι να τους βάλει.
36 πόντοι χωρίς ούτε ένα τρίποντο: Κι όμως η λέξη «μονοδιάστατος» ακούγεται ήδη αστεία
Ναι, ο Εντζάι εξακολουθεί να έχει έναν εμφανή περιορισμό. Δεν είναι stretch-four και το περιφερειακό σουτ δεν αποτελεί σήμερα μέρος του επιθετικού του οπλοστασίου. Στα τρία πρώτα ευρωπαϊκά παιχνίδια του με τον Ολυμπιακό δεν έχει επιχειρήσει ούτε ένα τρίποντο.
Μόνο που εδώ βρίσκεται και η πρώτη παγίδα στην ανάγνωσή του.
Άλλο να τελειώνεις τις περισσότερες επιθέσεις σου από την ίδια περιοχή του γηπέδου και άλλο να επηρεάζεις το παιχνίδι με έναν μόνο τρόπο.
Ο Εντζάι μπορεί να είναι μονοδιάστατος ως προς τη γεωγραφία της εκτέλεσης. Δεν είναι καθόλου μονοδιάστατος ως προς το πώς φτάνει εκεί.
Τρέχει το γήπεδο. Κόβει πίσω από την άμυνα. Επιτίθεται στον κενό χώρο. Τελειώνει πάνω από τη στεφάνη. Βγαίνει από το πουθενά για επιθετικό ριμπάουντ. Μπορεί να πάρει μία πάσα σε κίνηση και να καλύψει την απόσταση μέχρι το καλάθι χωρίς η επίθεση να χρειαστεί να ξαναστηθεί. Και στην άλλη πλευρά έχει το μήκος και την εκρηκτικότητα για να αλλάξει σουτ, να κυνηγήσει από πίσω, να βοηθήσει από την αδύνατη πλευρά και να επιστρέψει εκεί όπου ένας λιγότερο αθλητικός «4» δεν προλαβαίνει.
Στα τρία πρώτα παιχνίδια έχει 93,3% στα δίποντα. Προφανώς δεν θα συνεχίσει να βάζει 14 στα 15 – αλλιώς ας καταργήσουμε και την άμυνα – αλλά δεν πρόκειται για έναν παίκτη που ανακάλυψε ξαφνικά το καλάθι φτάνοντας στον Πειραιά. Πέρυσι στην ASVEL τελείωσε τη EuroLeague με περίπου 70% στα δίποντα, μαζί με 7,7 πόντους, 4,8 ριμπάουντ, 1,2 κλεψίματα και 1,4 τάπες ανά παιχνίδι.
Με άλλα λόγια, ο Μπαρτζώκας δεν βρήκε έναν άγνωστο αθλητή και του έμαθε μέσα σε σαράντα ημέρες να παίζει μπάσκετ.
Βρήκε συγκεκριμένες ιδιότητες και φαίνεται να έχει αρχίσει ήδη να τις μεγεθύνει.
Στη Μπολόνια δεν μπήκε απλώς στο παιχνίδι. Το πήρε πάνω του
Το ματς με τη Βίρτους είναι μέχρι στιγμής το καλύτερο παράδειγμα.
Ο Ολυμπιακός μπήκε στην τελευταία περίοδο πίσω με 75-70, με τα πόδια βαριά από το πέμπτο παιχνίδι και το τρίτο ταξίδι μέσα σε επτά ημέρες, και με την επίθεσή του να έχει μετακινηθεί για μεγάλα διαστήματα μακριά από τη ρακέτα.
Και τότε εμφανίστηκε ο Εντζάι.
Έβαλε 17 από τους 24 πόντους του Ολυμπιακού στην τέταρτη περίοδο. Το 70,8% της παραγωγής μιας ολόκληρης ομάδας σε ένα δεκάλεπτο που κρίθηκε η νίκη.
Και δεν το έκανε παίρνοντας την μπάλα και παίζοντας isolation σαν σταρ που χρειάζεται δεκαπέντε ντρίμπλες.
Σκόραρε με κίνηση, με κοψίματα, με τελειώματα γύρω από το καλάθι, με επιθετικά ριμπάουντ, με επαφές. Στα πρώτα 3:43 της τελευταίας περιόδου είχε ήδη βάλει 10 από τους πρώτους 12 πόντους του Ολυμπιακού, βοηθώντας τον να μετατρέψει το 75-70 σε 78-82.
Και όταν το παιχνίδι άρχισε να γίνεται καθαρή μάχη κατοχής με κατοχή, ήταν ακόμη εκεί. Στα τελευταία λεπτά πήρε επιθετικό ριμπάουντ μετά από άστοχη προσπάθεια του Φουρνιέ, τελείωσε τη φάση, κέρδισε και το φάουλ και έγραψε το 91-92.
Σε μια βραδιά που ολόκληρο το άρθρο για την ήττα μπορεί να γραφτεί γύρω από το πόσο δύσκολο ήταν για τον Ολυμπιακό να επιβάλει σταθερά παιχνίδι μέσα στη ρακέτα, ένας παίκτης μπήκε εκεί έντεκα φορές για δίποντο και τελείωσε τις δέκα.
Δεν χρειάζεται πιο καθαρή απόδειξη του τι μπορεί να προσφέρει.
Το «4» που έλειπε χωρίς να σημαίνει ότι έλειπε η ποιότητα
Χρειάζεται εδώ μια διάκριση.
Ο Ολυμπιακός δεν στερήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σπουδαίους πάουερ φόργουορντ. Κάθε άλλο. Είχε –και έχει– ίσως τον κορυφαίο παίκτη της Ευρώπης στη θέση, τον Σάσα Βεζένκοφ. Είχε σουτ, διάβασμα, spacing, δημιουργία χωρίς την μπάλα, παιχνίδι με πλάτη, μπασκετικό μυαλό.
Αυτό που δεν είχε εδώ και πολύ καιρό σε τέτοια ένταση ήταν αυτό το συγκεκριμένο είδος αθλητικότητας στο «4».
Έναν παίκτη 2,04 μ. που μπορεί να γίνει σπρίντερ στο ανοιχτό γήπεδο. Να κυνηγήσει κοντύτερο παίκτη στην περιφέρεια και στην αμέσως επόμενη φάση να εμφανιστεί ως δεύτερος rim protector. Να πατήσει πάνω από τη στεφάνη χωρίς να έχει σχεδιαστεί επίθεση γι’ αυτόν. Να μετατρέψει μια κακή ισορροπία του αντιπάλου σε lay-up προτού προλάβει η άμυνα να οργανωθεί.
Κυρίως, δίνει στον Μπαρτζώκα διαφορετικό εργαλείο.
Δεν είναι ένας δεύτερος Βεζένκοφ και δεν χρειάζεται να γίνει. Το ενδιαφέρον είναι ακριβώς ότι μπορεί να βρίσκεται δίπλα σε τέτοιους παίκτες και να προσφέρει όσα εκείνοι δεν έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά.
Ο Βεζένκοφ σκοτώνει την άμυνα με το μυαλό, το timing και τη γεωμετρία των κινήσεών του.
Ο Εντζάι μπορεί να τη σκοτώσει επειδή είναι απλώς πιο γρήγορος και πιο εκρηκτικός από τον άνθρωπο που πρέπει να τον ακολουθήσει.
Κι όταν αυτά τα δύο υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο ρόστερ, ο προπονητής αποκτά επιλογή αντί για υποκατάστατο.
Από τα 7:35 στα 20 λεπτά – και πλέον δεν μιλάμε για «να πάρει ανάσες ο Σάσα»
Έχει επίσης ενδιαφέρον να κοιτάξει κανείς πώς ανεβαίνει ο ρόλος του.
Στη Βιτόρια έπαιξε 7:35.
Στο Κάουνας 18:36.
Στη Μπολόνια 20:00.
Δεν είναι κάποιο τεράστιο δείγμα και χρειάζεται τεράστια προσοχή πριν αρχίσουμε να μοιράζουμε ρόλους Οκτωβρίου για τον Μάιο. Αλλά υπάρχει ήδη μια αλλαγή στο ερώτημα.
Στην αρχή μπορούσες να αναρωτηθείς πόσα λεπτά μπορεί να δώσει για να ξεκουράσει τον Βεζένκοφ.
Μετά τη Μπολόνια πρέπει να αναρωτηθείς πόσα λεπτά μπορεί να κερδίσει επειδή αξίζει να βρίσκεται ο ίδιος στο παρκέ.
Αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Και πιθανότατα αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του ως τώρα. Δεν χρειάστηκε να απαιτήσει επιθέσεις, να αλλάξει την ιεραρχία ή να κάνει πράγματα έξω από τη φύση του για να γίνει σημαντικός.
Βρίσκει αξία μέσα στα κενά του παιχνιδιού.
Αυτός είναι και ο λόγος που μπορεί να γίνει τόσο χρήσιμος σε μια ομάδα γεμάτη δημιουργούς. Ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται από τον Εντζάι άλλον έναν παίκτη που ζητάει την μπάλα. Χρειάζεται κάποιον που μετατρέπει σε πόντους τις άμυνες που έχουν ήδη σπάσει ο Μοντέρο, ο Φουρνιέ, ο Ντόρσεϊ ή ο Βεζένκοφ.
Χρειάζεται κάποιον που τρέχει μέσα στο πλεονέκτημα αντί να ζητάει να το δημιουργήσει από την αρχή.
Και το αστείο με το «ανεπαρκής» αρχίζει ήδη να παλιώνει
Στην πραγματικότητα, ίσως ο Εντζάι να είναι και ένα καλό μάθημα για τον τρόπο που διαβάζουμε τις μεταγραφές.
Ο οπαδός βλέπει τον παίκτη που δεν σουτάρει τρίποντο και ρωτάει τι θα κάνει στην επίθεση.
Ο προπονητής βλέπει τον ίδιο παίκτη και μπορεί να σκέφτεται πόσο μεγαλύτερο γίνεται ξαφνικά το γήπεδο όταν ένας φόργουορντ τρέχει έτσι, πόσες άμυνες μπορεί να διορθώσει με το μήκος του και πόσους εύκολους πόντους μπορεί να προσθέσει χωρίς να του δοθεί ούτε μία κατοχή σχεδιασμένη αποκλειστικά γι’ αυτόν.
Υπάρχουν φυσικά ακόμη ερωτήματα. Η έλλειψη περιφερειακού σουτ θα δοκιμαστεί από άμυνες που θα τον αφήσουν επιδεικτικά ελεύθερο. Ο τρόπος που θα λειτουργήσει απέναντι σε πολύ κλειστές πεντάδες θα έχει ενδιαφέρον. Τα τρία παιχνίδια δεν είναι αρκετά για να μετατρέψουμε έναν εξαιρετικό Σεπτέμβριο και μία εκπληκτική βραδιά στη Μπολόνια σε βεβαιότητα ολόκληρης σεζόν.
Αλλά μέχρι εκεί.
Γιατί αυτά που ήδη φαίνονται δεν είναι τυχαία.
Η άμυνα υπήρχε. Η αθλητικότητα υπήρχε. Η ικανότητα να τελειώνει κοντά στο καλάθι υπήρχε. Πέρυσι είχε 1,4 κοψίματα και 1,2 κλεψίματα ανά παιχνίδι στη EuroLeague. Ήρθε στον Πειραιά λέγοντας ότι θέλει να φέρει ενέργεια και άμυνα.
Απλώς μάλλον δεν μας είχε πει όλη την ιστορία.
Τώρα έχει 36 πόντους σε 46 λεπτά, 14/15 δίποντα, ένα career high 23 πόντων σε βραδιά που ο Ολυμπιακός το είχε απελπιστικά ανάγκη και έναν ρόλο που φαίνεται να μεγαλώνει από παιχνίδι σε παιχνίδι.
Ο «συμπληρωματικός» αρχίζει να μοιάζει με κανονικό όπλο.
Και κάπου εδώ το «Πού το πάει ο Εντζάι;» παύει να είναι τίτλος για ένα ωραίο ξεκίνημα.
Αρχίζει να γίνεται πραγματική απορία.

