Το 96-94 στη Μπολόνια έχει μια εικόνα που καταπίνει εύκολα όλες τις υπόλοιπες: τον Μάρκους Καρ να σηκώνεται στο τελευταίο δευτερόλεπτο και να αφήνει τον Ολυμπιακό ξαπλωμένο στο καναβάτσο για πρώτη φορά στη φετινή EuroLeague. Μόνο που ένα buzzer beater εξηγεί ποιος κέρδισε, όχι απαραίτητα γιατί έφτασε το παιχνίδι μέχρι εκεί.
Και πίσω από το τελευταίο σουτ υπάρχει ένα ματς που λέει πολύ περισσότερα για τους πρωταθλητές Ευρώπης: για την κόπωση του πέμπτου αγώνα και του τρίτου ταξιδιού μέσα σε επτά ημέρες, για τον τρόπο με τον οποίο αυτή επηρέασε την επιθετική τους ταυτότητα, για μια Βίρτους που έβαλε σώμα και ενέργεια στο παρκέ, αλλά και για έναν Ολυμπιακό που ακόμη και σε βραδιά που δεν έμοιαζε απολύτως με τον εαυτό του έβαλε 94 πόντους και προηγήθηκε 93-94 δέκα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος.
Η κούραση, άλλωστε, δεν είναι άλλοθι και δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί ως τέτοιο. Είναι αγωνιστικός παράγοντας. Και στη Μπολόνια άφησε ίχνη που μπορούν να μετρηθούν.
Η επίθεση δεν σταμάτησε να σκοράρει, όμως άλλαξε φανερά χαρακτήρα
Ο πρώτος αριθμός που τραβάει το μάτι είναι οι 13 βολές. Στη Βιτόρια ο Ολυμπιακός είχε εκτελέσει 28, στο Κάουνας άλλες 28. Δεν είναι σωστό να συγκρίνει κανείς απλώς τα 64 και 62 σουτ εκείνων των αγώνων με τα 70 της Μπολόνια και να συμπεράνει ότι τώρα είχε «περισσότερες επιθέσεις»: τα shooting fouls που οδηγούν στη γραμμή δεν καταγράφονται ως προσπάθειες εντός πεδιάς.
Αν όμως χρησιμοποιήσουμε τον κλασικό προσεγγιστικό υπολογισμό FGA + 0,44 × FTA, προκύπτει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Ο όγκος των επιθετικών τελειωμάτων ήταν σχεδόν ίδιος: περίπου 76,3 στη Βιτόρια, 74,3 στο Κάουνας και 75,7 στη Μπολόνια. Αυτό που άλλαξε δραματικά δεν ήταν πόσες φορές ο Ολυμπιακός έφτασε σε τελική ενέργεια, αλλά πώς τελείωσε αυτές τις επιθέσεις.
Η αναλογία βολών προς σουτ έπεσε από το 43,8% στη Βιτόρια και το 45,2% στο Κάουνας στο 18,6% στην Ιταλία. Και δίπλα σε αυτό υπάρχει ένα δεύτερο, ακόμη πιο χαρακτηριστικό στοιχείο: Βεζένκοφ, Ντόρσεϊ, Φουρνιέ και Μοντέρο πήραν 25 τρίποντα. Στο Κάουνας είχαν πάρει 15 και στη Βιτόρια 10. Μιλάμε για εκθετική αύξηση που έχει ξεκάθαρη εξήγηση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η συγκέντρωση αυτών των προσπαθειών. Στην Ιταλία οι τέσσερις πήραν 25 από τα 27 τρίποντα ολόκληρης της ομάδας, το 92,6%. Στο Κάουνας το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 75% και στη Βιτόρια περίπου 45,5%. Δεν βαφτίζουμε τρία παιχνίδια «κανόνα», ειδικά απέναντι σε διαφορετικές άμυνες, αλλά ως αποτύπωμα αυτού του εξαντλητικού επταημέρου η μεταβολή είναι πολύ δύσκολο να αγνοηθεί.
Και το shot chart κάνει την εικόνα ακόμη καθαρότερη. Ο Ντόρσεϊ πήρε 9 τρίποντα και μόλις 3 δίποντα, ο Φουρνιέ 6 τρίποντα και 3 δίποντα, ο Μοντέρο 5 και 5. Ο Βεζένκοφ ήταν ο μοναδικός από τους τέσσερις που παρέμεινε καθαρά προσανατολισμένος προς τα μέσα, με 9 δίποντα έναντι 5 τριπόντων, όμως και πάλι: στα δυο πρώτα μας είχε πάρει ένα τρίποντο όλο κι όλο, αυτή τη φορά πήρε πέντε μαζεμένα. Συνολικά οι τέσσερις πήραν 45 σουτ, από τα οποία τα 25 ήταν πίσω από τα 6,75 μ.
Δεν σημαίνει ότι τα τρίποντα ήταν όλα κακές επιλογές. Ο Τάιλερ έβαλε έξι και για μεγάλο διάστημα κρατούσε μόνος του τη φωτιά στην επίθεση αναμμένη. Σημαίνει όμως ότι οι βασικοί παίκτες που συνήθως αναγκάζουν την άμυνα να μετακινηθεί, να δεχθεί δεύτερη διείσδυση, cut, closeout attack και επαφή, βρέθηκαν πολύ συχνότερα να ολοκληρώνουν την κατοχή από την περιφέρεια.
Αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει η κόπωση σε μια επίθεση σαν του Μπαρτζώκα. Δεν της κόβει απαραίτητα τους πόντους. Της αφαιρεί (τουλάχιστον) μία ενέργεια. Μία πάσα. Ένα κόψιμο. Ένα δεύτερο drive. Την κατοχή που αντί να συνεχιστεί μέχρι να ραγίσει η άμυνα, τελειώνει ένα – ή και παραπάνω – κλικ νωρίτερα. Την περιβόητη αέναη κυκλοφορία για την οποία είναι διάσημο το Bartzokas ball.
Και η Βίρτους έχει μερίδιο σε αυτό. Οι Ιταλοί έπαιξαν με σώμα, κράτησαν τους βασικούς δημιουργούς περισσότερο έξω και απέφυγαν να τους χαρίσουν συνεχή ταξίδια στη γραμμή. Η κόπωση έκανε τον Ολυμπιακό πιο ευάλωτο σε αυτή την πίεση αλλά η πίεση δεν δημιουργήθηκε από μόνη της προφανώς.
Τα 20 επιθετικά ριμπάουντ δεν ήταν απλώς ένας αριθμός
Αν το επιθετικό shot profile είναι το πρώτο ίχνος, το αμυντικό ριμπάουντ είναι το πιο κραυγαλέο.
Η Βίρτους πήρε 20 επιθετικά ριμπάουντ. Ο Ολυμπιακός είχε 22 αμυντικά, κάτι που δίνει στους Ιταλούς offensive rebound rate περίπου 47,6%. Σχεδόν μία στις δύο διαθέσιμες μπάλες μετά από δικό τους άστοχο σουτ επέστρεφε στα χέρια τους.
Το σημαντικότερο όμως είναι πώς άλλαξε το νούμερο όσο περνούσε η ώρα. Στο πρώτο ημίχρονο η Βίρτους είχε τέσσερα επιθετικά ριμπάουντ απέναντι σε δέκα αμυντικά του Ολυμπιακού: περίπου 28,6%. Στο δεύτερο πήρε 16 απέναντι σε 12, δηλαδή 57,1%. Και στην τέταρτη περίοδο μάζεψε 12 επιθετικά ριμπάουντ σε δέκα λεπτά, κερδίζοντας το 60% των διαθέσιμων ριμπάουντ μετά από δικά της άστοχα σουτ.
Εκεί η κόπωση δεν χρειάζεται καν να γίνει θεωρία. Το box out, η επαφή, το δεύτερο άλμα, η συγκέντρωση για να τελειώσεις μια άμυνα που ήδη έχει κρατήσει 15 ή 20 δευτερόλεπτα είναι ακριβώς εκείνες οι μικρές, επίπονες ενέργειες που συνήθως πληρώνουν πρώτες έναν βαρύ φόρτο.
Και υπάρχει ένα εκπληκτικό παράδοξο: η Βίρτους δεν σκόραρε ασταμάτητα από δεύτερες ευκαιρίες. Είχε 14 second-chance points, ενώ ο Ολυμπιακός, με μόλις 12 επιθετικά ριμπάουντ, έβαλε 15. Δηλαδή οι ερυθρόλευκοι αξιοποίησαν καλύτερα τα δικά τους δεύτερα σουτ.
Η πραγματική ζημιά των 20 ριμπάουντ ήταν αλλού: η Βίρτους συνέχιζε να ζητά από την άμυνα του Ολυμπιακού άλλη μία προσπάθεια.
Γι’ αυτό τελείωσε με 77 προσπάθειες εντός πεδιάς και 20 βολές, απέναντι σε 70 και 13 αντίστοιχα. Τα λάθη ήταν 11-11, άρα η διαφορά στον όγκο των εκτελέσεων δεν προήλθε από μια βροχή χαμένων κατοχών του Ολυμπιακού. Προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις μπάλες που η Βίρτους ξανακέρδιζε αφού είχε ήδη αστοχήσει.
Και παρ’ όλα αυτά, ο Ολυμπιακός σούταρε καλύτερα σε όλες τις βασικές κατηγορίες: 65,1% στα δίποντα έναντι 64,9%, 33,3% στα τρίποντα έναντι 27,5%, 84,6% στις βολές έναντι 75%. Είχε 59,3% eFG έναντι 52,6% και περίπου 62,1% True Shooting έναντι 55,9%.
Έχασε ένα παιχνίδι στο οποίο ήταν αισθητά αποτελεσματικότερος ως σουτέρ επειδή ο αντίπαλος τού έδωσε πολύ λιγότερο περιθώριο να αποτύχει.
Και όχι, δεν ήταν όλα μαύρα σαν τις φανέλες της Βίρτους
Αν η ανάγνωση σταματήσει στην κόπωση, αδικεί και τον Ολυμπιακό και το ίδιο το παιχνίδι. Οι Ερυθρόλευκοι έβαλαν 94 πόντους, με εκτιμώμενο Offensive Rating γύρω στο 124 ανά 100 κατοχές. Στο πέμπτο παιχνίδι μέσα σε μία εβδομάδα, χωρίς την καλύτερη εκδοχή της επιθετικής τους ροής, αυτή είναι παραγωγή υψηλού επιπέδου. Δεν κατέρρευσαν, δεν πέταξαν την μπάλα στα χέρια της Βίρτους και, κυρίως, δεν τελείωσαν το παιχνίδι από βενζίνη.
Το αντίθετο: μπήκαν στην τέταρτη περίοδο πίσω με 75-70 και απάντησαν με 10-0, φτάνοντας στο 75-80. Το τελευταίο δεκάλεπτο το κέρδισαν 24-21 και δέκα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος είχαν ξανά το προβάδισμα.
Κεντρικός λόγος ήταν ο Εντιαγέ. Οι 23 πόντοι με 10/11 δίποντα, οι τέσσερις επιθετικές μπάλες και η παρουσία του κοντά στο καλάθι δεν είναι απλώς μια ατομική ιστορία. Είναι και τακτικό μήνυμα. Όποτε ο Ολυμπιακός κατάφερε να φέρει πραγματικά τη μπάλα κοντά στο στεφάνι, η Βίρτους είχε πρόβλημα. Οι τέσσερις ψηλοί του Ολυμπιακού — Εντζάι, Ντάνστον, Χολ και Τζόουνς — τελείωσαν συνολικά με 15/18 δίποντα, 83,3%, και 33 πόντους.
Άρα το πρόβλημα δεν ήταν ότι «η ρακέτα δεν δούλευε». Δούλευε εξαιρετικά όταν ο Ολυμπιακός έφτανε εκεί. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν κατάφερε να κάνει αυτή τη διαδρομή σταθερό μηχανισμό της επίθεσής του. Αυτό είναι τεράστια διαφορά.
Ο Ντόρσεϊ έβαλε 22 με 6/9 τρίποντα, ο Βεζένκοφ πρόσθεσε 20 χωρίς λάθος, ο Μοντέρο είχε τέσσερις ασίστ χωρίς turnover και έβαλε το καλάθι του 93-94 στα 10”. Ο Ντάνστον είχε τρεις ασίστ και +11 στα λεπτά του. Υπήρχαν λύσεις, υπήρχε ποιότητα, υπήρχε αντίδραση. Απλώς δεν υπήρχε αρκετή συνέχεια.
Η Βίρτους κέρδισε και κάτι πρέπει να της πιστωθεί
Το να εξηγείς πού φάνηκε η κόπωση δεν σημαίνει να αφαιρείς την αξία της νίκης του αντιπάλου. Η Βίρτους είχε 24 ασίστ και μόλις 11 λάθη, ο Καρ τελείωσε με 22 πόντους και 10 ασίστ, ο Ντιαρά με 18 πόντους, 14 ριμπάουντ και έξι επιθετικά, και συνολικά οι Ιταλοί εκτέλεσαν 40 τρίποντα χωρίς καν να χρειαστεί να είναι καλοί από εκεί — έβαλαν μόλις 11.
Το γεγονός ότι μια ομάδα μπορεί να σουτάρει 27,5% από το τρίποντο και να βάλει 96 πόντους είναι από μόνο του προειδοποιητικό. Η Βίρτους πλήγωσε τον Ολυμπιακό με το 64,9% στα δίποντα, με τη δημιουργία του Καρ και, πάνω απ’ όλα, με το γεγονός ότι αρνιόταν να δεχθεί ότι ένα άστοχο σουτ σημαίνει και χαμένη κατοχή.
Και τα τελευταία ενενήντα δευτερόλεπτα είναι ολόκληρος ο αγώνας σε μικρογραφία.
Στο 1:34 ο Άλστον αστοχεί σε τρίποντο. Ο Ντιαρά παίρνει το επιθετικό ριμπάουντ και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο Μουρ βάζει το τρίποντο του 89-89. Ο Ολυμπιακός απαντά με δική του δεύτερη ευκαιρία: ο Φουρνιέ αστοχεί, ο Εντζάι παίρνει το επιθετικό, σκοράρει, κερδίζει το φάουλ και κάνει το 91-92. Στα 31” ο Καρ αστοχεί από μακριά, ο Έντουαρντς κερδίζει άλλο ένα επιθετικό ριμπάουντ, χάνει το επόμενο σουτ, ο Φουρνιέ τελικά μαζεύει την μπάλα — αλλά τη χάνει αμέσως, ο Μουρ κλέβει και ο Ντιαρά κάνει το 93-92. Ο Μοντέρο απαντά στα 10” για το 93-94. Και μετά έρχεται ο Καρ.
Το τρίποντό του ήταν το τελευταίο χτύπημα.
Δεν ήταν όμως το μοναδικό.
Η πραγματική εικόνα της Μπολόνια
Το ενδιαφέρον από αυτή την ήττα είναι ότι η κόπωση δεν εμφανίστηκε με τον κλασικό τρόπο. Ο Ολυμπιακός δεν «έσβησε» στο τέλος — κέρδισε την τέταρτη περίοδο. Δεν έχασε επειδή σταμάτησε να βάζει την μπάλα στο καλάθι — σκόραρε 94. Δεν έχασε επειδή άρχισε να κάνει λάθη σε κάθε δεύτερη κατοχή — έκανε μόνο 11.
Η κόπωση φάνηκε αλλού και πιο ύπουλα.
Στην αλλαγή του επιθετικού χάρτη. Στις 13 βολές αντί για 28. Στα 25 τρίποντα των τεσσάρων βασικών επιθετικών. Στην επίθεση που πολλές φορές τελείωνε μία ενέργεια νωρίτερα. Στο αμυντικό ριμπάουντ που από 28,6% επιτρεπόμενο ORB στο πρώτο ημίχρονο εκτοξεύτηκε στο 57,1% στο δεύτερο. Στις 12 δεύτερες μπάλες της Βίρτους μόνο στην τελευταία περίοδο.
Δεν είναι όλη η εξήγηση της ήττας. Η σκληράδα της Βίρτους, η δημιουργία του Καρ, η παρουσία του Ντιαρά, η αμυντική πίεση και μερικές πολύ ακριβές λεπτομέρειες στο τέλος ανήκουν εξίσου στην ιστορία.
Αλλά αυτό ακριβώς κάνει τη Μπολόνια ενδιαφέρουσα ως δείγμα: έδειξε πώς μοιάζει ο Ολυμπιακός όταν το σώμα του δεν μπορεί για σαράντα λεπτά να υπηρετήσει με την ίδια ακρίβεια το μυαλό του.
Και παρ’ όλα αυτά, με 20 χαμένα αμυντικά ριμπάουντ, με σχεδόν όλο το περιφερειακό βάρος πάνω στους τέσσερις βασικούς του, με πολύ λιγότερη πίεση στη γραμμή και με μια επίθεση λιγότερο «Μπαρτζωκική» απ’ όσο θα ήθελε, βρέθηκε μία κατοχή μακριά από το 3/3.
Αυτό βεβαίως δεν κάνει την ήττα ανώδυνη. Την κάνει όμως πολύ πιο χρήσιμη ενόψει συνέχειας.

