Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια υπαρξιακή πρόκληση: μπορεί να αμυνθεί απέναντι στη Ρωσία χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με πολύ μικρότερη αμερικανική συμμετοχή; Αυτή η απλή αλλά βαρύνουσα ερώτηση καθορίζει ήδη τη στρατηγική συζήτηση στις πρωτεύουσες της ηπείρου.
Οι αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της Μόσχας ξεκινούν από την Ουκρανία και δεν σταματούν εκεί. Υβριδικές επιθέσεις, πολιτικές παρεμβάσεις υπέρ φιλορωσικών κομμάτων και στρατιωτικός λεονταρισμός —με ενδεικτικό παράδειγμα την άσκηση με πραγματικά πυρά από πολεμικό πλοίο σε απόσταση 45 μιλίων από τις βρετανικές ακτές— υποδηλώνουν μια συνεχιζόμενη πρόκληση που δεν αφορά μόνο το Ευρωπαϊκό Ανατολικό Μέτωπο.
Η απάντηση της Ευρώπης σε αυτή την απειλή αποτυπώνεται ήδη στους προϋπολογισμούς: οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται ραγδαία, ιδίως στις χώρες που βρίσκονται κοντά στη γραμμή του μετώπου. Η κίνηση αυτή αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία ότι, σε περίπτωση μεγάλης σύγκρουσης, οι αμερικανικές συμβατικές δυνάμεις ενδέχεται να μην κινητοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο όπως στο παρελθόν.
Η επιτάχυνση των δαπανών έγινε ιδιαίτερα ορατή μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία. Η ανησυχία των Ευρωπαίων δεν οφείλεται τόσο στις προσωπικές ειρωνείες ή προσβολές όσο στο ρεαλιστικό σενάριο ότι, ενώ η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα μπορεί να παραμείνει, η παραδοσιακή παρουσία και η εμπλοκή των ΗΠΑ σε συμβατικά μέσα ενδέχεται να μειωθούν.
Από αυτή την έννοια γεννήθηκε και το ανεπίσημο «ΝΑΤΟ 3.0», που προβάλλεται επιτακτικά μετά τη σύνοδο κορυφής στην Αγκυρα. Το επικοινωνιακό σλόγκαν των υποστηρικτών του —«Μια ισχυρότερη Ευρώπη σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ»— έχει στόχο να κατευνάσει τις ανησυχίες και να στείλει μήνυμα προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Ωστόσο, είναι παραπλανητικό: ναι, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις θα ενισχυθούν, αλλά η συνολική ισχύς της Συμμαχίας μπορεί να αποδυναμωθεί εάν οι ΗΠΑ αποδεσμευτούν εν μέρει.
Αν εξετάσουμε το χειρότερο σενάριο —μια ρωσική επίθεση σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ— είναι πιθανό οι ευρωπαίοι σύμμαχοι να κινητοποιηθούν. Χώρες της Ανατολικής και Βόρειας Ευρώπης θα αλληλοστηριχτούν, και αν η Γερμανία αντιδράσει, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο θα ακολουθήσουν, με την Ιταλία και την Ισπανία να συμπληρώνουν τη συμμαχία. Το καλό νέο είναι ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να μείνει ενωμένη· το κακό νέο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην ανταποκριθούν —και τότε το ΝΑΤΟ θα κλονιστεί ριζικά.
Υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο ήπιο σενάριο: αν δεν υπάρξει σοβαρή ρωσική πρόκληση και το ΝΑΤΟ 3.0 προχωρήσει, σε μερικά χρόνια η Συμμαχία θα φαίνεται ριζικά διαφορετική, με τους Ευρωπαίους —μαζί με την Τουρκία και τον Καναδά— να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, εκείνοι που αναλαμβάνουν τη μεγαλύτερη ευθύνη θα ζητήσουν και μεγαλύτερα δικαιώματα στη λήψη αποφάσεων.
Αυτός είναι ο λόγος που οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες πρέπει να σχεδιάζουν παράλληλα: να ενισχύσουν την αποτρεπτική ικανότητα εντός ΝΑΤΟ, αλλά και να επεξεργαστούν εναλλακτικές —συμμαχίες των προθύμων και δικλίδες ασφαλείας— που θα λειτουργήσουν ως ανάχωμα, σε περίπτωση που το ΝΑΤΟ 3.0 κλονιστεί ή αποτύχει.

