Σε πολλές γειτονιές της Αττικής τα δέντρα φέρνουν καρπό κάθε χρόνο — ελιές, λεμονιές, νεραντζιές — αλλά η συντριπτική πλειονότητα των καρπών καταλήγει πατημένη στα πεζοδρόμια. Υπάρχει, όμως, πρακτική δυνατότητα αξιοποίησης: ορισμένοι δήμοι ήδη μαζεύουν το «δωρεάν» προϊόν που προσφέρει η φύση και το μετατρέπουν σε τρόφιμο για κοινωνική αλληλεγγύη, ενώ άλλοι ετοιμάζονται να ακολουθήσουν.
Πρωτοπόρος σε αυτόν τον τομέα θεωρείται η Πάτρα, όπου εδώ και πάνω από μια δεκαετία εφαρμόζεται πρόγραμμα συλλογής ελαιοκάρπου από τα δημοτικά ελαιόδεντρα. Το παραγόμενο λάδι πηγαίνει στον Κοινωνικό Οργανισμό (ΚΟΔΗΠ) και καταλήγει στο κοινωνικό παντοπωλείο και στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς, ενισχύοντας ευάλωτες οικογένειες.
Στη Γλυφάδα η πρωτοβουλία βασίζεται σε εθελοντές. Ο αντιδήμαρχος Πρασίνου Σταύρος Γιακουμάκης εξηγεί την πρακτική: «κάνουμε το λιομάζωμα κάθε χρόνο, γύρω στις αρχές του Αυγούστου. Τις κάνουμε λάδι, το οποίο και πηγαίνουμε στο κοινωνικό παντοπωλείο» και προσθέτει ότι η ετήσια παραγωγή κυμαίνεται «περίπου 300 με 500 κιλά, ενώ την καλύτερη χρονιά ο δήμος έφτασε να παραγάγει 2,5 τόνους λάδι».
Ο ίδιος περιγράφει τη λειτουργία του εγχειρήματος: «Εχω κάνει ένα συνεργείο εθελοντών, μαζεύουμε τις ελιές, βγάζουμε λάδι και το δίνουμε στους ωφελούμενους του κοινωνικού παντοπωλείου». Επίσης τονίζει την ποιότητα του προϊόντος: «η οξύτητα είναι πολύ χαμηλή». Η δράση έχει και εκπαιδευτική διάσταση — μαθητές φέρνονται για να δουν τη διαδικασία — ενώ, όπως σημειώνει ο αντιδήμαρχος, «Είναι κάτι που το έχω προτείνει και σε άλλους δήμους και κάποιοι άρχισαν και το κάνουν».
Για τα εσπεριδοειδή ο ίδιος προτείνει εναλλακτικές λύσεις: «μπορούμε να τα μπολιάσουμε και να γίνουν λεμονιές ή πορτοκαλιές», λέει χαρακτηριστικά, και υπογραμμίζει ότι «σε ένα δέντρο θα μπορούσαν να υπάρχουν διαφορετικά φρούτα, δημιουργώντας ένα όμορφο σκηνικό». Παρά ταύτα, δεν κρύβει τα προβλήματα: «Δεν υπάρχουν εύκολα εθελοντές. Πριν κάποια χρόνια που ξεκινήσαμε και υπήρχε προβολή από τα κανάλια ο κόσμος ερχόταν, ενώ πλέον είμαστε πολύ λίγοι». Και τονίζει την ανάγκη στήριξης: «Δεν χρειάζονται άλλα έργα βιτρίνας όπως οι δενδροφυτεύσεις, αλλά παροχή βοήθειας από την πολιτεία προς τους δήμους για την αξιοποίηση των καρπών που ήδη υπάρχουν».
Στον Άλιμο η προσέγγιση είναι παρόμοια και πιο οργανωμένη όσον αφορά τις ελιές. Η υπεύθυνη γεωπόνος του δήμου, Βασιλική Μάνθου, περιγράφει τη διαδικασία: «Ο δήμος προβαίνει στη συλλογή του ελαιόκαρπου από τα δέντρα που υπάρχουν στους κοινόχρηστους χώρους. Η ποσότητα δεν είναι σταθερή κάθε χρόνο, καθώς υπάρχουν χρονιές με μεγαλύτερη παραγωγή και άλλες με μικρότερη». Οι ελιές οδηγούνται σε συνεργαζόμενο ελαιοτριβείο, παράγεται λάδι και «Το λάδι τοποθετείται σε δοχεία του ενός λίτρου και διανέμεται στους πολίτες μέσω του κοινωνικού παντοπωλείου. Η ποσότητα εξαρτάται από την παραγωγή κάθε χρονιάς, καθώς τα δέντρα δεν καρποφορούν πάντα στον ίδιο βαθμό», σημειώνει.
Η Β. Μάνθου επισημαίνει ότι «η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα της παραγωγής», αλλά παρά τις δυσκολίες ο δήμος εξακολουθεί να παράγει περίπου έναν τόνο λάδι ετησίως. Για τις νεραντζιές, όπως λέει, «Τα νεράντζια συλλέγονται κυρίως όταν πέφτουν από τα δέντρα και οδηγούνται στη διαδικασία της κομποστοποίησης. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποια δράση αξιοποίησής τους ως προϊόντος» και για τις λεμονιές προσθέτει: «Τα λεμόνια δεν αξιοποιούνται συστηματικά από τον δήμο, καθώς μια τέτοια διαδικασία απαιτεί διαφορετική οργάνωση. Χρειάζεται προσωπικό για τη συλλογή, κατάλληλος τρόπος συντήρησης και άμεση διάθεση, καθώς πρόκειται για προϊόν που χαλάει γρήγορα».
Στην κεντρική Αθήνα, ωστόσο, το τοπίο είναι πιο πολύπλοκο. Όπως επισημαίνει ο αντιδήμαρχος Πρασίνου Γιώργος Αποστολόπουλος, «τα τελευταία χρόνια η επιλογή των ειδών των δέντρων στον δήμο γίνεται κυρίως με κριτήρια αστικής αντοχής, σκίασης και κλιματικής βελτίωσης, βιοποικιλότητας, αισθητικής και προσβασιμότητας για τους πεζούς».
Ο ίδιος εξηγεί γιατί η εκτεταμένη συλλογή καρπών στην Αθήνα χρειάζεται προσοχή: «το κέντρο της Αθήνας είναι επιβαρυμένο από έντονη αστική ρύπανση. Στο παρελθόν είχαν διενεργηθεί αναλύσεις από το Γενικό Χημείο του Κράτους σε δείγματα καρπών ελιάς, τα οποία δυστυχώς δεν κρίθηκαν κατάλληλα για κατανάλωση». Παρά αυτά, όπως αναφέρει, «υπάρχουν άλση και λόφοι που υφίστανται μικρότερη επιβάρυνση και για τον λόγο αυτό πήραμε πρόσφατα απόφαση να επανεξετάζουμε το ζήτημα. Διενεργήσαμε μάλιστα απογραφή των ελαιόδεντρων, προκειμένου να αποστείλουμε δείγματα από τέτοιους χώρους για να εξεταστούν σχετικά. Σε περίπτωση που αυτά κριθούν κατάλληλα, το επόμενο βήμα θα είναι η διασύνδεση εθελοντικής συγκομιδής με παραγωγή ελαιόλαδου για κοινωνικούς σκοπούς».
Παράλληλα, ο δήμος προσαρμόζει τις φυτεύσεις: «με την έναρξη της θητείας μας φυτεύουμε πλέον και λεμονιές, περγαμοντιές, πορτοκαλιές και άλλα εσπεριδοειδή, καθώς η νεραντζιά ήταν παλαιότερη επιλογή». Σχετικά με την ιδέα του μπολιάσματος, προσθέτει ότι έχει γίνει πιλοτικά και «αν και είμαστε σκεπτικοί, καθώς οι βανδαλισμοί που γίνονται συστηματικά σε δέντρα της πόλης ενδέχεται να καταστρέψουν τη διαδικασία με βάρβαρες κοπές των νέων κλάδων που θα ξεράνουν τα δέντρα».
Η ιστορία αυτής της αστικής πρακτικής ξεκινά τον 19ο αιώνα, όταν η Αθήνα διαμορφώθηκε ως πρωτεύουσα με ευρωπαϊκά πρότυπα και το πράσινο απέκτησε κεντρικό ρόλο — με τη βασίλισσα Αμαλία να συμβάλλει αποφασιστικά (Ίδρυση του Εθνικού Κήπου). Οι νεραντζιές επικράτησαν στα αθηναϊκά πεζοδρόμια χάρη στην αντοχή τους στην ξηρασία και τη ρύπανση, σταθεροποιώντας την εικόνα της πόλης: «οι καρποί της δεν σαπίζουν εύκολα, περιορίζοντας τα προβλήματα καθαριότητας, ενώ την άνοιξη τα άνθη της χαρίζουν ένα χαρακτηριστικό άρωμα».
Σήμερα η πρόκληση είναι διπλή: να μετατραπεί το «πλεόνασμα» των αστικών δέντρων σε κοινωνικό όφελος, χωρίς να θίγεται η ασφάλεια και η υγεία των πολιτών, και να δοθούν στους δήμους τα μέσα — υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό και θεσμική στήριξη — ώστε τέτοιες πρακτικές να κλιμακωθούν αποτελεσματικά.

