Το «Κέντρο Ερευνών Παρατήρησης της Γης και Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης BEYOND» δημοσιοποίησε λεπτομερή στοιχεία για τις πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν στην Αττικοβοιωτία, επιβεβαιώνοντας την σοβαρή έκταση και την πολύπλευρη επίπτωση στα φυσικά οικοσυστήματα και τους οικισμούς της περιοχής.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η πρώτη εστία ξέσπασε στις 31 Ιουλίου 2026 βόρεια του οικισμού Αγίου Νικολάου και παρέμεινε ενεργή έως την 1η Αυγούστου. Την ίδια ημέρα καταγράφηκε νέα μεγάλη εστία στην ευρύτερη περιοχή των οικισμών Καλαμάκι και Άγιος Βασίλειος, η οποία επεκτάθηκε νοτιοανατολικά προς την Περιφέρεια Αττικής και έπληξε τους οικισμούς Πόρτο Γερμενό, Αγία Παρασκευή, Άγιο Νεκτάριο, Μύτικα και Βενίζα. Η δεύτερη αυτή φωτιά συνέχισε να καίει έως και τις 3 Αυγούστου, με ενεργές εστίες να παραμένουν σε αρκετά σημεία.
Η πορεία της πυρκαγιάς παρουσίασε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: στις 1 Αυγούστου το μέτωπο προώθησε κυρίως προς τα νοτιοανατολικά φτάνοντας στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής, ακολουθώντας παρόμοια διαδρομή με εκείνη της μεγάλης πυρκαγιάς του 2009. Την 2α Αυγούστου κινήθηκε ανατολικά, προσεγγίζοντας τους οικισμούς Κρύο Πηγάδι και Άγιο Νεκτάριο — με τον τελευταίο να πλήττεται ιδιαίτερα. Προς τα δυτικά η επέκταση ήταν περιορισμένη, ενώ προς τα νότια η πυρκαγιά έφτασε στον ορεινό όγκο βόρεια της βιομηχανικής ζώνης Μεγάρων, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τα όρια της καμένης έκτασης των Βιλίων του 2021.
Στις 3 Αυγούστου καταγράφηκαν διάσπαρτες ενεργές εστίες περιμετρικά των καμένων εκτάσεων νοτιότερα του όρους Κιθαιρώνα, με επέκταση προς την περιοχή του Κανδηλίου. Η οριοθέτηση και η καταγραφή της εξάπλωσης έγιναν με ανάλυση πολυφασματικών δορυφορικών εικόνων Sentinel-2 επιπέδου L2A, με χωρική ανάλυση 10–20 μέτρων.
Από την επεξεργασία των δορυφορικών δεδομένων προκύπτει ότι η συνολική οριοθετημένη έκταση της πυρκαγιάς ανέρχεται περίπου σε 126.310 στρέμματα έως τις 2 Αυγούστου 2026. Η περιοχή βορείως του Αγίου Νικολάου καλύπτει 31.760 στρέμματα, ενώ η εστία που ξεκίνησε από το Καλαμάκι φτάνει τα 94.550 στρέμματα.
Η κατανομή των χρήσεων γης στις πληγείσες εκτάσεις δείχνει ότι η μεγαλύτερη επιφάνεια καλύπτεται από σκληροφυλλική βλάστηση (45,38%), ακολουθούν τα δάση κωνοφόρων με 18,59% και οι μεταβατικές δασώδεις–θαμνώδεις εκτάσεις με 14,30% — τρεις κατηγορίες που συνθέτουν το 78,27% του συνόλου, γεγονός που καταδεικνύει ότι η φωτιά έπληξε κυρίως φυσικά και ημιφυσικά οικοσυστήματα.
Σημαντικό είναι επίσης το ποσοστό ελαιώνων (8,66%). Σε μικρότερα ποσοστά καταγράφηκαν λιβάδια (2,99%), εκτάσεις με αραιή βλάστηση (2,93%), φυσικοί βοσκότοποι (2,14%), γεωργικές εκτάσεις με σημαντικά τμήματα φυσικής βλάστησης (1,46%) και σύνθετες καλλιέργειες (1,25%). Οι υπόλοιπες κατηγορίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 2,30% της οριοθετημένης έκτασης.
Η αξιολόγηση της έντασης της καύσης ανέδειξε ότι το μεγαλύτερο τμήμα της πληγείσας έκτασης κατέγραψε χαμηλή ένταση στο 38,15% και μέτρια ένταση στο 37,53% — δηλαδή μαζί το 75,68%. Περιοχές με υψηλή ένταση ανέρχονται σε 22,32% και με πολύ υψηλή ένταση σε 2,00%, οι οποίες απαιτούν αυξημένη προτεραιότητα για αποκατάσταση και πλήρη καταγραφή ζημιών.
Η σύγκριση με το ιστορικό των πυρκαγιών δείχνει ότι η περιοχή βορείως του Αγίου Νικολάου ήταν σχετικά ανέπαφη τα τελευταία χρόνια, ενώ στην περιοχή του Καλαμακίου υπήρξε σημαντική επικάλυψη με την πυρκαγιά του 2009: περίπου 17.560 στρέμματα της τότε καμένης έκτασης βρίσκονται εντός της σημερινής περιμέτρου και φέτος επανακάηκε το 78,26% της περιοχής που είχε καεί το 2009.
Τα ευρήματα του BEYOND υπογραμμίζουν τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα της έκθεσης της Δυτικής Αττικής σε δασικές πυρκαγιές και αναδεικνύουν την ανάγκη για συστηματική επιτήρηση, εκτίμηση κινδύνου και έγκαιρη προειδοποίηση σε επίπεδο οικισμού. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνεχή ενημέρωση των πολιτών και στην καταγραφή της τρωτότητας μέσω συνδυασμένων επιτόπιων και δορυφορικών καταγραφών.

