Το ταλέντο ενός διαρρήκτη

Share

Ήταν μια αίθουσα με άσπρο, άρρωστο φως, όπου οι σκιές έπεφταν κοφτές και τα λόγια ζύγιζαν πιο βαριά από το ίδιο το σώμα του κατηγορουμένου. Ο Γιώργος, νεοφερμένος και κάπως άχαρος, βρέθηκε εκεί όχι για να κάνει θέαμα αλλά για να βρει μια αλήθεια που δεν εμφανιζόταν εύκολα. Πίσω απ’ το τζάμι, τρεις απόμακροι παρατηρητές άκουγαν και κρυφογελούσαν· ο ένας από αυτούς, ο επικεφαλής, δεν έκρυβε την περιφρόνησή του.

«Δες πώς κοιτάει, κατευθείαν στην ψυχή. Μελαψός, πρασινομάτης. Τον μούργο, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα».

Η οδηγία ήρθε με βραχνή υστερία: «Έχεις μισή ώρα πριν σκάσει ο τζιτζιφιόγκος, ο συνήγορός του. Ο Τάκης τον ζέστανε, εσύ θα τον σπάσεις. Θέλω ομολογία και τη θέλω τώρα, στην προανάκριση. Αν αποτύχεις, θα αναχωρήσει σαν κύριος. Θα είναι μεγάλη ξεφτίλα». Το χάρτινο μπαλάκι που είχε στην παλάμη του ο αστυνόμος κύλησε και χάθηκε στην ταλαιπωρημένη μοκέτα, ενώ ο Τάκης, πίσω τους, ανέβαζε και κατέβαζε τα μανίκια με νεύρο.

Ο Γιώργος μπήκε στην αίθουσα και προσπάθησε να επιβάλει πρακτική ψυχραιμία. Ο νεαρός απέναντί του, πράσινο μάτι που δεν ξεγελιόταν, καθόταν με μια αλαζονεία που θύμιζε κινηματογραφική φιγούρα. Ο Γιώργος καθάρισε τον λαιμό του, άνοιξε τον φάκελο και απευθύνθηκε σε αυτόν με το λιτό, πρακτικό ερώτημα: «Ονομα;».

«Αν δεν το ξέρεις, τι είναι όλα τα χαρτιά που κουβαλάς;».

Η τυπική προσέγγιση, σκέφτηκε, θα απέτυχε — ο Σίμος ήταν έτοιμος, ετοιμόλογος, με άμυνες από τις ώρες των ανακρίσεων. «Τι έγινε χθες το βράδυ;» ρώτησε ο Γιώργος.

«Από εμένα; Τίποτα».

«Τη σκότωσες;».

«Οχι, βέβαια».

Το παιχνίδι της γλώσσας ξεκίνησε. «Πες μου τι έγινε» — «Είσαι καινούργιος στην Αστυνομία;» — «Ναι. Πες μου, θέλω να βοηθήσω» — «Τα μάτια σου είναι πιο ειλικρινή απ’ του προηγούμενου νταή» — «Πότε πρόλαβες και το κατάλαβες αυτό;» — «Παρακολουθώ κόσμο, καθημερινά. Οταν δεν έχουν πάρει είδηση πως κάποιος τους παρακολουθεί».

Ο Γιώργος ακούμπησε πάνω στην ανθρώπινη ιστορία που ξετύλιγε ο Σίμος. Έπρεπε να ανοίξει μια τριχοτομημένη γραμμή εμπιστοσύνης, να του δείξει ότι δεν ήταν εκεί για να τον εξευτελίσει αλλά για να γράψει την αλήθεια. «Ας γυρίσουμε στα χθεσινά», πρότεινε ξανά.

Τα πράσινα μάτια τρεμόπαιξαν· ο Σίμος δεν είχε διάθεση για εύκολες παραδοχές. «Δεν έχω κάτι παραπάνω να πω. Ρώτησε τον προηγούμενο» — «Τίποτα δεν είπες στον προηγούμενο» — «Αυτά είναι. Δεν έχει άλλα».

Η αίθουσα γέμισε με μια υπόκωφη βουή. Εξω ο καιρός μάλλον συνέχιζε το δικό του χάος· μέσα, η ένταση αυξανόταν. Ο Γιώργος το ένιωθε: δεν ήταν μόνο η υπόθεση· ήταν οι προσωπικές ήττες που τον είχαν κάνει μικρότερο. Σκέψεις για την Εμμανουέλα, για απωθημένα — όλα αναδύθηκαν για μια στιγμή και τον έκαναν να κλονιστεί.

Εκείνη τη στιγμή ο Σίμος αιφνιδίασε. «Θέλω κάτι για να γράψω». Ο Γιώργος του έσπρωξε μία κόλλα και ένα στιλό. «Οχι στιλό, έχεις μολύβι;» απάντησε, και άφησε να κατρακυλήσει προς το μέρος του ένα μολύβι.

«Τ’ όνομά σου, μπάτσε;» — «… Γιώργος».

Ο Σίμος άρχισε να σκιτσάρει με σταθερό χέρι. Ο Γιώργος κοίταξε το σχέδιο χωρίς ενθουσιασμό, αλλά ήξερε ότι η κίνησή του είχε αλλάξει τη δυναμική. «Συνεχίζουμε;» ρώτησε. «Σίμος. Είσαι σίγουρα πιο εντάξει απ’ τον άλλον, Γιώργο. Ιδρωσες αμέσως» — ο νεαρός έκρυψε με την παλάμη του το σχέδιο και για πρώτη φορά άνοιξε το στόμα του καθαρά, περιγράφοντας το βράδυ.

«Αποφάσισα να μπουκάρω χθες. Το παρακολουθούσα κοντά στις δύο εβδομάδες. Η τύπισσα έφευγε κάθε βράδυ στις οκτώ κι επέστρεφε μετά τις δύο. Ο κήπος γύρω και η ψηλή περίφραξη με τους κισσούς με διευκόλυνε, μόλις σάλταρες μέσα ήσουν αόρατος για τους έξω. Το αυτοκίνητό της, τα ρούχα, τα κοσμήματα, μου μύριζε πακέτο».

Ο Σίμος περιέγραψε λεπτομερώς πως μπήκε «Στις οκτώμισι μπήκα απ’ τη σκοτεινή γωνιά της Ευριπίδη»· πως βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα, ανάμεσα σε χλιδή και μπιζουτιέρες, και πως ανακάλυψε μια εντοιχισμένη ντουλάπα «με καθρέφτη, όπως την πατέντα που έχετε στην πόρτα» — μια κρυψώνα όπου κρύφτηκε όταν άκουσε την εξώπορτα.

«Τραβολογούσε από τη γραβάτα έναν τύπο. Δεν μπορούσα να διακρίνω λεπτομέρειες, όλα παιζόντουσαν στα σκοτάδια, ανάψανε μια λάμπα της πλάκας, αυτό ήταν όλο το φως στο δωμάτιο. Κατέληξαν να χαϊδεύονται στο κρεβάτι. Αυτή, κορμί γαζέλας, σκέρτσο, νάζι. Ο άλλος ήταν ξετρελαμένος, έρμαιο, δούλος της».

Στη συνέχεια η αφήγηση στράβωσε: ο τσακωμός που άναψε «Ακουσα κάτι προσβλητικό για τα… προσόντα του. Αμέσως το μπαλαμούτι γύρισε σε καβγά». Οι μολυβιές του Σίμου έγιναν πιο γρήγορες, οι ανάσες του πιο κοφτές· η φωνή έσπαγε όταν είπε όσα ήθελε να πει.

«… Την έπνιξε ο τζάμπα μάγκας, ο τζάμπα άντρας… έβλεπα το κορίτσι να σβήνει, τέτοια πριγκίπισσα, μεγάλη απώλεια» — και τότε ο Γιώργος ρώτησε το προφανές: «Είδες το πρόσωπό του; Γύρισε καθόλου προς το μέρος σου;».

Το μολύβι έσπασε, η παλάμη του έγινε γροθιά. Ο αστυνόμος που παρακολουθούσε ξέσπασε: «Τους προστατεύεις εσύ; Τους ανθρώπους σου, απ’ όλα τα σκατά που παίζονται εκεί έξω;» — κι ύστερα, σαν να απευθυνόταν στον ίδιο του τον εαυτό: «Βοήθα με, Σίμο».

Ο Σίμος ομολόγησε τον φόβο του: «Φοβάμαι. Αν δεν έπεφτα στο περιπολικό όταν έβγαινα… Οταν την έπνιγε καρφώθηκα σ’ ένα τατουάζ του» — «Τι τατουάζ;» ρώτησε κάποιος, αλλά η συζήτηση διακόπηκε ακαριαία όταν η πόρτα άνοιξε και ο συνήγορος όρμησε.

«Τελειώσαμε! Δεν πιστεύω να σε απείλησαν, ο εισαγγελέας δεν θα προχωρήσει, ελλείψει στοιχείων. Δεν εμπλέκεσαι, τσιμουδιά, πάμε να φύγουμε!» — και ο Σίμος άγγιξε το χαρτί, γύρισε ένα βήμα πριν την έξοδο και του έκλεισε το μάτι. Το σχέδιο — ένα καλοσχεδιασμένο γεράκι — έμεινε πάνω στο τραπέζι.

Στην αποψινή σιωπή, ο Γιώργος συνειδητοποίησε κάτι άλλο: «Ο προηγούμενος δεν πήρε μολυβιά» — και για λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε μόνος, καταβυθισμένος σε αναμνήσεις και σε μια καινούργια ανάσα που το σώμα του δεν είχε νιώσει εδώ και καιρό. Η αντίδραση που ανέβλυσε ήταν ένα μικρό μειδίαμα, περισσότερο για τον εαυτό του παρά για τους άλλους.

Η φωνή του αστυνόμου, όμως, τον τράβηξε πίσω στη ρουτίνα: «Μεγάλη ξεφτίλα!». Ο Γιώργος σήκωσε το χαρτί, το έβαλε στην τσέπη και προσπέρασε τους συναδέλφους του. Στάθηκε στην πόρτα, την έκλεισε και την έφραξε με το σώμα του. «Ιωάννου, χάζεψες; Ανοιξε, αμέσως!» ακούστηκε από έξω. Εκείνος απάντησε με ψυχρή αποφασιστικότητα: «Ευχαρίστως, προϊστάμενε. Πρώτα, όμως, θα παρακαλέσω τον Τάκη να σηκώσει το δεξί του μανίκι».

Ενα κομμάτι χαρτί μ’ ένα καλοσχεδιασμένο γεράκι έμεινε πίσω, σαν αποτύπωμα μιας νύχτας που δεν θα ξεχαστεί εύκολα: για μια γυναίκα που δεν κατάφερε να ζήσει επικίνδυνα πέρα απ’ τα τριάντα, για τον Νικολή του, για την Εμμανουέλα, που στις αναμνήσεις του Γιώργου στροβιλίζονταν κι έστριψε για μια στιγμή να τον κοιτάξει με μια υποψία χαμόγελου.

Το τελευταίο βιβλίο του Αλέξανδρου Μυροφορίδη είναι «Η Πλοκή στη Δημιουργική Γραφή: Θεωρήσεις και Μεθοδολογίες», Επίκεντρο 2025

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ