Με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα οι δύο συλληφθέντες για την υπόθεση της Marfin προφυλακίστηκαν, έπειτα από πολύμηνες και ενδελεχείς έρευνες των αστυνομικών αρχών για τη φωτιά που στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους πριν από 16 χρόνια, όταν ρίχτηκαν μολότοφ στο υποκατάστημα της τράπεζας.
Σύμφωνα με τις αρχές, οι δύο άνδρες, σήμερα 42 ετών, ταυτοποιήθηκαν μέσω σύγχρονων τεχνολογικών μεθόδων ανάλυσης φωτογραφικού υλικού που είχαν στη διάθεσή τους οι υπηρεσίες. Το MEGA μετέδωσε ότι τα ευρήματα ενισχύθηκαν από καταθέσεις μαρτύρων, κυρίως ατόμων που βρισκόντουσαν απέναντι από το υποκατάστημα την ημέρα του περιστατικού, και ότι η δικογραφία περιλαμβάνει στοιχεία που κρίθηκαν «ιδιαίτερα σημαντικά» από τις δικαστικές αρχές, οδηγώντας στην απόφαση της προφυλάκισης.
Ωστόσο, ο συνήγορος ενός εκ των κατηγορουμένων, Θανάσης Καμπαγιάννης, εμφανίστηκε σκεπτικός και κατέθεσε στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» ενστάσεις τόσο για την αξιοπιστία των τεχνολογικών επιβεβαιώσεων όσο και για τη συνολική επάρκεια των στοιχείων. Όπως τόνισε μεταξύ άλλων: «Θεωρώ όμως ότι δεν πρόκειται να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα θύματα της Marfin αν υπάρξει απλά μία «εξιχνίαση» της υπόθεσης επί δικαίων και αδίκων, και χωρίς στιβαρά αποδεικτικά στοιχεία. Δεν υπάρχουν στοιχεία. Θέλω να πω μετά λόγου γνώσεως, ότι σε αυτή την υπόθεση, αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει ταυτοποίηση. Δηλαδή η ίδια η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών λέει ότι δεν μπορεί να συναγάγει συμπέρασμα όσον αφορά την ταυτοποίηση, τόσο του δικού μου εντολέα όσο και των υπολοίπων που κατηγορούνται σε αυτή την υπόθεση. Γι’ αυτόν τον λόγο σας καλώ να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί έχουν ξαναϋπάρξει τέτοιου τύπου – και σε αυτή την υπόθεση – ασκήσεις ποινικής δίωξης που κατέληξαν σε φιάσκο το 2016. Και ταλαιπωρήθηκαν άνθρωποι, και ταλαιπωρήθηκαν και οι συγγενείς των θυμάτων, οι οποίοι κλήθηκαν να πάνε στο δικαστήριο να ξαναζήσουν το τραύμα εκείνης της ημέρας για να καταθέσουν, και στο τέλος αυτό κατέληξε σε μία πανηγυρική αθώωση γιατί η υπόθεση δεν ήταν δεμένη. Σας λέω λοιπόν ότι, αυτή τη στιγμή, ταυτοποίηση δεν υπάρχει».
Ο κ. Καμπαγιάννης υπογράμμισε ότι η υπεράσπιση δεν έχει δώσει στη δημοσιότητα κανένα έγγραφο της υπόθεσης και επισήμανε ότι έχουν κυκλοφορήσει πληροφορίες από άλλες πλευρές: «Εγώ από τη δική μου την πλευρά, και η υπεράσπιση γενικότερα, δεν έχει δώσει οποιοδήποτε έγγραφο στη δημοσιότητα. Και άρα αντιλαμβάνεστε ότι άλλοι έχουν τη σκοπιμότητα και έχουν δώσει έγγραφα αυτής της υπόθεσης στη δημοσιότητα, δεν θα το σχολιάσω. Αυτά τα πράγματα, έτσι όπως τα περιγράφετε, δείχνουν ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση. Δείχνουν, λοιπόν, ότι υπάρχει μία αναφορά σε κάποια κινητά αντικείμενα. Και περιμένουμε, αυτή η ένδειξη να γίνει απόδειξη. Να θωρακιστεί με άλλα στοιχεία τα οποία θα υποδεικνύουν την παρουσία των συγκεκριμένων ανθρώπων. Σας το λέω αυτό διότι, ας πούμε, το άτομο το οποίο λέτε που αναφέρεται ότι έσπασε τη βιτρίνα, είναι ο τρίτος στη σειρά που έχει ταυτοποιήσει η Αστυνομία. Δηλαδή, το 2016 η αστυνομία έλεγε ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ο Χ. Το 2020-2021 η αστυνομία έλεγε πάλι με βεβαιότητα ότι το συγκεκριμένο άτομο ήταν ο Ψ. Και τώρα η αστυνομία λέει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ο Ω. Και μάλιστα να σας πω ότι, για συγκεκριμένα άτομα τα οποία κατηγορούνται, έχει στο παρελθόν υπάρξει εκτίμηση από τις αρχές ότι δεν είναι, και δεν ταυτοποιούνται ως αυτοί οι οποίοι ήταν στο σημείο. Υπάρχει ένα παράλογο».
Ο συνήγορος τόνισε ακόμη ότι η πάροδος 16 ετών περιπλέκει την έρευνα: ο πελάτης του, όπως είπε, συμμετείχε στην πορεία και έχει ανθρώπους με τους οποίους ήταν μαζί, στοιχεία που πρέπει να διερευνηθούν από την ανάκριση, ενώ η διαδρομή του χρόνου δυσχεραίνει την ανασυγκρότηση γεγονότων και μνημών.
Σε σχέση με το ερώτημα αν τα παρόντα στοιχεία μπορούν να σταθούν σε δίκη, ο κ. Καμπαγιάννης επισήμανε: «δική μου εκτίμηση είναι ότι αυτά τα στοιχεία, έτσι όπως τα έχει τώρα η υπόθεση, δεν μπορούν να σταθούν από μόνα τους σε μία δίκη. Και κινδυνεύει να γίνει το ίδιο το οποίο συνέβη το 2016. Και έχουν δίκιο και οι συγγενείς οι οποίοι έχουν βγει – κάποιες επιζήσασες που έχω ακούσει κι εγώ σε δημόσιες παρεμβάσεις τους – και λένε ότι «κινδυνεύουμε να ζούμε τον επανατραυματισμό μίας υπόθεσης ξανά και ξανά, άμα η υπόθεση δεν είναι με σαφήνεια δομημένη και δεμένη» – όπως λέμε δημοσιογραφικά και δικηγορικά.
Για την αξίωση ότι η τεχνολογία ή το AI συνέβαλε στην ταυτοποίηση, ο ίδιος ανέφερε: «Από όσο εγώ τουλάχιστον μπορώ να σας πω, έχοντας εικόνα, δεν μου προκύπτει κάποια τέτοιου τύπου χρήση, εκτός από μία έκθεση η οποία υπάρχει από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών. Και ένα ανώνυμο e-mail το οποίο κατονομάζει κάποιους ανθρώπους. Αλλά για το συγκεκριμένο e-mail το πρώτο πρόσωπο που κατονομάζει ως έναν από αυτούς που έκαψαν τη Marfin, γνωρίζουμε – και το γνωρίζω και εγώ προσωπικά – ότι ήταν στη φυλακή εκείνη την περίοδο που έγινε, το 2010. Το e-mail, δηλαδή, κατονομάζει πρόσωπο το οποίο ήταν τότε φυλακή».
Σχετικά με το ίδιο e-mail, ο συνήγορος ζήτησε να ταυτοποιηθεί ο αποστολέας: «Υπάρχει το συγκεκριμένο mail, αλλά εμείς το πρώτο πράγμα το οποίο ζητήσαμε – και το ζητάμε και δημόσια, το ζητήσαμε και χθες – είναι να ταυτοποιηθεί ο αποστολέας του συγκεκριμένου e-mail από την αστυνομία. Και όμως, με έκπληξή μας, διαπιστώσαμε ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν έχουν κάνει καμία ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Και άρα αντιλαμβάνεστε ότι έχουμε ένα mail το οποίο είναι αστείο. Γιατί, σας ξαναλέω, αναφέρει ως υποτιθέμενο δράστη έναν άνθρωπο, που το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν στη φυλακή. Και έχουμε και φωτογραφίες, από τις οποίες δεν προκύπτει ταυτοποίηση όσον αφορά τον δικό μου εντολέα για παράδειγμα, αλλά και για τους υπόλοιπους. Η αναφορά είναι «inconclusive evidence». Δηλαδή: «στοιχείο το οποίο δεν καταλήγει σε συμπέρασμα». Άρα, αντιλαμβάνεστε ότι θέλω να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις δημόσιες αναφορές της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εδώ υπάρχει και μία συγκυρία χρονική. Και μάλιστα υπάρχει και μία σύγχυση, δηλαδή άκουσα την κυρία Δημογλίδου να λέει ότι το συγκεκριμένο e-mail έχει σταλεί πριν από ενάμιση χρόνο. Εμένα δεν μου προκύπτει αυτό. Εμένα μου προκύπτει πολύ πιο πρόσφατη αποστολή. Μετά άκουσα τον κύριο Χρυσοχοΐδη να λέει ότι είναι μύθος το συγκεκριμένο mail. Εγώ καταλαβαίνω ότι οι ανακριτικές και οι εισαγγελικές αρχές, όταν έχουνε την πίεση μιας τόσο μεγάλης υπόθεσης, κι άλλες φορές με περιστασιακά στοιχεία, βασισμένα σε κινητά αντικείμενα, έχουν προχωρήσει στην απόφαση της προφυλάκισης».
Ο δικηγόρος έφερε ως παραδείγματα δικαστικών εξελίξεων την υπόθεση του Νίκου Ρωμανού, υποστηρίζοντας ότι περιστασιακά στοιχεία έχουν οδηγήσει σε μακρά κράτηση χωρίς τελική καταδίκη: «Πρόσφατη είναι η υπόθεση της απαλλαγής του Νίκου Ρωμανού, με ένα περιστασιακό στοιχείο, που ήταν ένα δακτυλικό αποτύπωμα σε ένα κινητό αντικείμενο. 18 μήνες ο συγκεκριμένος άνθρωπος έμεινε στη φυλακή, και ήρθε το δικαστήριο και τον αθώωσε. Δεν θεωρώ ότι είναι σωστή πρακτική. Άμα με ρωτάτε, θεωρώ ότι όταν υπάρχει περιστασιακό στοιχείο, φτάνουμε σε σημείο ένας άνθρωπος μετά από 18 μήνες στη φυλακή, να έρχεται το δικαστήριο και να λέει ότι, “ξέρετε τι, μόνο με αυτό το στοιχείο εγώ δεν μπορώ να τον καταδικάσω”. Και άρα, θεωρώ ότι από αυτή την άποψη θα έπρεπε να είναι πιο φειδωλές οι ανακριτικές και οι εισαγγελικές αρχές. Από τη στιγμή που υπάρχουν και άλλες μέθοδοι, για παράδειγμα το βραχιολάκι ηλεκτρονικής επιτήρησης και ο κατ’ οίκον περιορισμός, που θα μπορούσαν να μη φτάνουν στον βαρύτερο καταναγκασμό, που είναι η προφυλάκιση».
Καταλήγοντας, ο κ. Καμπαγιάννης επανέλαβε τη θέση του περί μη ταυτοποίησης: «Δεν υπάρχει καμία ταυτοποίηση προσώπου. Κανένας από τους δύο οι οποίοι κατηγορούνται, δεν κατηγορείται γιατί έχει ρίξει τη μολότοφ. Κανένας, δεν έχει εντοπιστεί ως το συγκεκριμένο πρόσωπο. Και δεν υπάρχει ταυτοποίηση προσώπου. Σας το λέω αυτό κατηγορηματικά, έτσι, προκειμένου να είναι ξεκάθαρος ο λόγος».
Τέλος, για την 46χρονη που επίσης εμπλέκεται στην υπόθεση—την οποία ο ίδιος δεν εκπροσωπεί—σημείωσε: «Όσον αφορά στην κοπέλα, δεν την εκπροσωπώ. Αλλά είναι πολύ κρίμα αυτό το οποίο συμβαίνει. Γιατί ένας άνθρωπος, για τον οποίο σε προγενέστερη φάση αυτής της έρευνας – η ίδια η αρχή έχει βεβαιώσει ότι δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί – αυτή τη στιγμή η ίδια αρχή λέει το αντίθετο! Είναι πολύ κρίμα αυτό το οποίο συμβαίνει με την κοπέλα, και δεν νομίζω ότι δικαιώνει τους νεκρούς της Marfin, κάτι τέτοιο».

