Η γερμανική κυβέρνηση εξετάζει ριζικές αλλαγές στο σύστημα συνταξιοδότησης: επιτροπή που όρισε εισηγείται την επίμαχη αύξηση των ορίων ηλικίας και τη δημιουργία ενός κρατικού συνταξιοδοτικού ταμείου, ενώ οι σχετικές προτάσεις αναμένεται να υποβληθούν στον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς την Τρίτη.
Στο επίκεντρο των εισηγήσεων βρίσκεται μηχανισμός προσαρμογής της ηλικίας συνταξιοδότησης ανά δεκαετία, βάσει του προσδόκιμου ζωής. Με τους υπολογισμούς της επιτροπής, το όριο θα μπορούσε σταδιακά να αυξηθεί και να φτάσει τα 70 έτη έως το 2092.
Η πρόταση έρχεται σε συνέχεια της ισχύουσας νομοθεσίας, που προβλέπει την αύξηση του ορίου στα 67 έτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030. Παράλληλα, προτείνεται η κατάργηση της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης από τα 63 χωρίς περικοπές.
Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της πρότασης είναι η σύσταση συνταξιοδοτικού ταμείου τύπου Σουηδίας: το νέο ταμείο θα επενδύει τις εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία με στόχο τη σταθεροποίηση και την ενίσχυση των συντάξεων από το 2040 και μετά.
Οι προτάσεις αιτιολογούνται από τις δημογραφικές προκλήσεις και τις πιέσεις στα δημόσια οικονομικά. Η Γερμανία διαθέτει το γηραιότερο εργατικό δυναμικό ανάμεσα στα 21 κράτη-μέλη της ευρωζώνης: σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία Destatis, ένας στους τέσσερις εργαζομένους είναι ηλικίας 55 έως 64 ετών.
Αναλυτικά, περίπου 10 εκατομμύρια εργαζόμενοι ανήκουν στην κατηγορία 55–64 ετών από το σύνολο των 41 εκατομμυρίων εργαζομένων ηλικίας 15–64 ετών, ποσοστό 24% έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 20,1%.
Παρά την ετήσια είσοδο περίπου μισού εκατομμυρίου οικονομικών μεταναστών από τρίτες χώρες και χιλιάδων ειδικευμένων εργαζομένων από κράτη-μέλη της ΕΕ, η γερμανική αγορά εργασίας αναμένεται να πιεστεί από τη δημογραφική συρρίκνωση τα επόμενα χρόνια.
Η Destatis κατέγραψε το 2025 μείωση του πληθυσμού της Γερμανίας κατά περίπου 100.000 κατοίκους —την πρώτη τέτοια μείωση μετά από 14 χρόνια, εξαιρουμένου του 2020 λόγω πανδημίας— ενώ ο αριθμός των εργαζομένων περιορίστηκε στα 46,04 εκατομμύρια, μειωμένος κατά 74.000 σε σχέση με το 2024.
Για να ενθαρρυνθεί η παραμονή στην εργασία, η κυβέρνηση, με πρόταση του Φρίντριχ Μερτς, υιοθέτησε το φθινόπωρο φοροαπαλλαγές επί των μισθών όσων συνεχίζουν να εργάζονται μετά τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης. Οι νέες εισηγήσεις προσθέτουν στο τραπέζι μια πιο μακροπρόθεσμη παρέμβαση στη χρηματοδότηση των συντάξεων.

