Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων από το 2023, αυξάνοντας τα κατά 25 μονάδες βάσης (0,25), κίνηση που αναμένεται να έχει άμεσες επιπτώσεις στους δανειολήπτες της ευρωζώνης. Ωστόσο, το τοπίο παραμένει ρευστό και κανείς δεν μπορεί να βάλει στοίχημα για το πότε και πόσες ακόμα αυξήσεις θα ακολουθήσουν.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ξεκαθάρισε ότι οι επόμενες αποφάσεις συνδέονται άμεσα με τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου στο Ιράν, επισημαίνοντας ότι «η αβεβαιότητα παραμένει ιδιαίτερα υψηλή» και πως οι αποφάσεις θα λαμβάνονται «βήμα-βήμα, συνεδρίαση με συνεδρίαση».
Στη Φρανκφούρτη, σύμφωνα με παράγοντες που έχουν εικόνα των συζητήσεων, έχουν επεξεργαστεί δύο βασικά σενάρια για την πορεία του πληθωρισμού και της ανάπτυξης. Στο πιο αρνητικό, όπου οι εχθροπραξίες ΗΠΑ–Ιράν παρατείνονται και η ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ δεν αποκαθίσταται γρήγορα, ο πληθωρισμός προβλέπεται να εκτιναχθεί στο 4% το 2024, να φτάσει στο 5,3% το 2027 και να υποχωρήσει στο 3% το 2028.
Στο βασικό σενάριο, μιας σχετικά σύντομης διάρκειας της σύγκρουσης, ο ρυθμός του πληθωρισμού στην ευρωζώνη αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3% φέτος, να κατέβει στο 2,3% το 2027 και να προσεγγίσει το 2% το 2028. Με άλλα λόγια, η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των τιμών και, κατά συνέπεια, το ύψος και το ρυθμό μελλοντικών αυξήσεων επιτοκίων.
Καθώς οι υπηρεσίες της ΕΚΤ εξετάζουν αυτές τις προβολές, δεν αποκλείεται νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, με πιθανότητα επιπλέον κινήσεων προς το τέλος του έτους. Ταυτόχρονα, οι αξιωματούχοι παραδέχονται πως, αν διαφανεί σαφής αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προς τον στόχο του 2%, υπάρχει περιθώριο και για μειώσεις μέσα στο ίδιο έτος — μια δυνατότητα που η κυρία Λαγκάρντ συνοψίζει λέγοντας: «Δεν δεσμευόμαστε σε συγκεκριμένη πορεία επιτοκίων».
Πέρα από τον πληθωρισμό, οι προβλέψεις της ΕΚΤ περιλαμβάνουν και σενάρια για την ανάπτυξη. Στο ακραίο σενάριο, ο ρυθμός ανάπτυξης της ευρωζώνης υποχωρεί στο 0,5% το 2024, από 0,8% του βασικού σεναρίου, για να περιοριστεί στο 0,4% το 2027 (από 1,2%) και να ανέβει στο 1,6% το 2028, έναντι 1,5% στο βασικό σενάριο.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες επισημαίνουν επίσης ότι ακόμη και σε περίπτωση σύντομης λήξης των εχθροπραξιών, η πληθωριστική δυναμική που προκάλεσε το ενεργειακό σοκ και το μπλοκάρισμα των θαλάσσιων οδών δεν θα εξαφανιστεί άμεσα. Θα χρειαστούν μήνες για να επανέλθει η εφοδιαστική αλυσίδα και οι τιμές στα προ κρίσης επίπεδα, γεγονός που κρατάει ανοικτό το ενδεχόμενο πρόσθετων νομισματικών παρεμβάσεων.
Στο προσκήνιο παραμένει, επομένως, η αβεβαιότητα: οι αποφάσεις της ΕΚΤ θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη των γεωπολιτικών γεγονότων, τις κινήσεις των τιμών και την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας — παράγοντες που θα κρίνουν αν το 2024 θα μείνει μόνο μια άνοδος 25 μονάδων βάσης ή αν θα ακολουθήσουν πιο έντονες ελιγμοί νομισματικής πολιτικής.

