Νέα πολιτική κρίση ταλανίζει τη βελγική κυβέρνηση γύρω από τη διαχείριση των απειλών από drones και τις αμυντικές προμήθειες, με τον υπουργό Άμυνας Theo Francken στο επίκεντρο των επικρίσεων μετά από αποκαλύψεις της εκπομπής Pano.
Το ρεπορτάζ της εκπομπής έθεσε υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των στοιχείων που παρουσιάστηκαν όταν, στα τέλη του 2025, το αεροδρόμιο των Βρυξελλών αναγκάστηκε δύο φορές να διακόψει προσωρινά τη λειτουργία του λόγω υποτιθέμενων παρεμβάσεων από drones. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση και η στρατιωτική ηγεσία είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι πίσω από τα περιστατικά μπορεί να βρισκόταν η Ρωσία, εντάσσοντας το θέμα σε ένα πλαίσιο ευρύτερου υβριδικού πολέμου.
Ωστόσο, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η φύση της απειλής παραμένει ασαφής. Εικόνες που τότε παρουσιάστηκαν ως απόδειξη παρουσίας ύποπτου drone αποδείχθηκαν, κατά το Pano, πλάνα από ελικόπτερο της αστυνομίας. Ο ίδιος ο Theo Francken παραδέχθηκε ότι είχε αναρτήσει το σχετικό βίντεο, υποστηρίζοντας ότι σκοπός του ήταν να δημιουργήσει αίσθηση επείγοντος για την επιτάχυνση της προμήθειας αντι-drone συστημάτων.
Το μεγάλο πολιτικό ζήτημα εστιάζεται σε συμβόλαιο ύψους 50 εκατομμυρίων ευρώ που ανατέθηκε χωρίς διαγωνισμό στην εταιρεία Senhive, με έδρα το Hasselt, για την προμήθεια συστήματος εντοπισμού drones. Η απευθείας ανάθεση πυροδότησε κατηγορίες για νεποτισμό, ευνοιοκρατία και κατάχρηση της επίκλησης της «εθνικής ασφάλειας» προκειμένου να παρακαμφθούν οι καθιερωμένες διαδικασίες προμηθειών.
Κόμματα της αντιπολίτευσης ζήτησαν άμεσα ανεξάρτητη έρευνα, κάνοντας λόγο για «επικίνδυνη σύγχυση ανάμεσα στην πολιτική σκοπιμότητα και την ασφάλεια». Ακόμη και κυβερνητικοί εταίροι, όπως τα CD&V και Vooruit, εξέφρασαν δημόσια τη δυσφορία τους, τονίζοντας ότι δεν είναι αποδεκτό να γίνονται τόσο μεγάλες δαπάνες χωρίς πλήρη διαφάνεια και κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Ο Theo Francken υπερασπίστηκε τις ενέργειές του, δηλώνοντας ότι τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες για επείγουσες στρατιωτικές προμήθειες. Όπως υποστήριξε, η σχετική αγορά είχε εγκριθεί σχεδόν ομόφωνα από την κοινοβουλευτική επιτροπή αμυντικών προμηθειών και το ποσό κρίθηκε συμβατό με τις τιμές της αγοράς.
Παρά τις διαβεβαιώσεις του υπουργού, το Pano αποκάλυψε ότι η Επιθεώρηση Οικονομικών είχε εκδώσει αρνητική γνωμοδότηση για τη συμφωνία, κρίνoντας ότι δεν υπήρχε επαρκής τεκμηρίωση για την απευθείας ανάθεση. Η κυβέρνηση, ωστόσο, προχώρησε στην έγκριση της αγοράς αγνοώντας την εισήγηση, γεγονός που ενίσχυσε τις κατηγορίες περί πολιτικής πίεσης και παράκαμψης των θεσμικών δικλίδων.
Η υπόθεση αποκτά επιπλέον βαρύτητα στο πλαίσιο της σημαντικής αύξησης των αμυντικών δαπανών που έχει εξαγγείλει το Βέλγιο. Η κυβέρνηση δεσμεύθηκε να φέρει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό στο 2% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του NATO, κάτι που σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια θα διοχετευθούν δισεκατομμύρια ευρώ σε νέες προμήθειες, από drones και αντιαεροπορικά συστήματα έως τεχνολογίες κυβερνοπολέμου.
Για πολλούς, η «υπόθεση Francken» λειτουργεί ως προειδοποιητικό μήνυμα για τους κινδύνους που εγκυμονεί η πίεση για ταχεία εξοπλιστική ενίσχυση. Η επίκληση του επείγοντος, λόγω της ρωσικής απειλής και της γενικότερης αστάθειας στην Ευρώπη, μπορεί να οδηγήσει στην υποβάθμιση των μηχανισμών ελέγχου και της διαφάνειας.
Το κόμμα του υπουργού, η N-VA, εξακολουθεί να στηρίζει τον Theo Francken, υποστηρίζοντας ότι η χώρα δεν μπορεί να παραμένει «παγιδευμένη σε χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες» καθώς η τεχνολογία των drones εξελίσσεται ραγδαία. Ωστόσο, η ηγεσία του κόμματος αναγνωρίζει επίσης ότι ο τομέας των αμυντικών προμηθειών είναι ιδιαίτερα ευάλωτος σε φαινόμενα διαφθοράς.
Η υπόθεση ξυπνά μνήμες από το σκάνδαλο Agusta της δεκαετίας του 1980, όταν αποκαλύφθηκε ότι είχαν δοθεί μίζες για την αγορά στρατιωτικών ελικοπτέρων, γεγονός που οδήγησε ακόμη και στην παραίτηση του Willy Claes από τη θέση του γενικού γραμματέα του NATO.
Ήδη αποφασίστηκε η συγκρότηση ειδικής ομάδας εργασίας με στελέχη του υπουργείου Άμυνας, της Επιθεώρησης Οικονομικών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου για να εξεταστεί εάν απαιτούνται αλλαγές στις διαδικασίες προμηθειών. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: πώς μπορεί ένα κράτος να εξοπλίζεται γρήγορα έναντι των νέων απειλών χωρίς να θυσιάζει τη διαφάνεια και τον δημοκρατικό έλεγχο; Στο Βέλγιο, η απάντηση σε αυτό το δίλημμα μόλις αρχίζει να διαμορφώνεται.

