«Τεράστια φωνή ο π@@@@ ο Ανταμό»: Ο ΑΘΛΟΣ αποχαιρετά τον ανεπανάληπτο Γιάννη Διακογιάννη

    Ο Γιώργος Χαλάς λέει το στερνό αντίο στον άνθρωπο που έδωσε πρεστίζ στο επάγγελμα της αθλητικής δημοσιογραφίας και που το όνομά του έγινε τραγούδι, τον έναν και μοναδικό Γιάννη Διακογιάννη

    Τις μέρες του Μουντιάλ του 1986, η ΕΡΤ είχε ονομάσει «Αρχίζει το ματς» τη σειρά καθημερινών εκπομπών για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το μουσικό σήμα ήταν το ομώνυμο τραγούδι του Λουκιανού Κηλαηδόνη, που στο ρεφρέν έλεγε «πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί, του Διακογιάννη η φωνή». Για κάποιον παράδοξο λόγο, δεν είχε τύχει ως τότε να ακούσω το τραγούδι που είχε κυκλοφορήσει το 1979 στο άλμπουμ «Ψυχραιμία παιδιά».

    Εννοείται πως στα 9 μου χρόνια ήξερα και παραήξερα τον Διακογιάννη, δεν μπορούσα να φανταστώ όμως ότι ήταν τόσο σπουδαίος που είχε γραφτεί μέχρι και τραγούδι για πάρτη του. Σχεδόν σοκαρισμένος από την ανακάλυψη, τοποθέτησα στο μυαλό μου τον «Ζανό» πάνω από οποιονδήποτε άλλον σπορτκάστερ, παρόλο που είχαν αρχίσει ήδη να αραιώνουν οι τηλεοπτικές εμφανίσεις και μεταδόσεις του.

    Ο Διακογιάννης ήταν ο άνθρωπος που απενοχοποίησε το επάγγελμα του αθλητικογράφου. Αν και πολλοί σπουδαίοι – δημοσιογράφοι και όχι μόνο – ξεκίνησαν από την αθλητική δημοσιογραφία, για δεκαετίες αυτή αντιμετωπιζόταν ως ένα σκαλοπάτι για την… «κανονική» δημοσιογραφία. Περίπου σα να γράφεις τα περιβόητα «Φαρμακεία» για τις πολιτικές εφημερίδες της εποχής εκείνης. Στο να θέλει κάποιος επί τούτου να γίνει αθλητικός συντάκτης, ο Γιάννης Διακογιάννης έπαιξε τον πιο καθοριστικό ρόλο απ’ όλους τους συναδέλφους μας.

    - Advertisement -

    Το 1982 περιέγραψε τον επικό ημιτελικό του Μουντιάλ Δυτική Γερμανία – Γαλλία 3-3, όταν ο Σουμάχερ είχε στείλει τον Μπατιστόν με μια δολοφονική «έξοδο». Σε αρκετό κόσμο εκείνη την εποχή, η μετάδοση του Ζανό είχε φανεί ως «φιλογερμανική». Τρομερά οξύμωρο βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς ότι η μητέρα του ήταν Γαλλίδα.

    Ο ίδιος σιχαινόταν τους Γερμανούς και δεν δίσταζε να το παραδεχτεί (σχεδόν) δημόσια αρκετά χρόνια αργότερα. Ωστόσο, έπρεπε να δείξει στη μετάδοση ότι είναι ουδέτερος. Στην Κατοχή, μετά την απώλεια του πατέρα του, η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει το πιάνο της αλλά και ένα οικόπεδο που είχε αφήσει στην οικογένεια ο εκλιπών. Πώς θα μπορούσε να τρέφει οποιαδήποτε συμπάθεια για τη Γερμανία ο Γιάννης Διακογιάννης;

    Πέθανε ο μέγιστος Γιάννης Διακογιάννης

    Ό,τι ήταν ο Τόλης Βοσκόπουλος για την αθηναϊκή νύχτα των ’70s, ήταν ο Ζανό για την αθλητική δημοσιογραφία. Στην εποχή που μεσουρανούσε, ήταν ο απόλυτος σταρ, ο κορυφαίος πρεσβευτής ενός επαγγέλματος που απέκτησε υπόσταση κυρίως χάρη σε εκείνον. Εκείνα τα χρόνια, με δυο κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας όλα κι όλα, η ΕΡΤ έμπαινε κυριολεκτικά σε κάθε ελληνικό σπίτι. Ο πιο εκλεκτός «μουσαφίρης» από τον αθλητικό χώρο ήταν μακράν ο Γιάννης Διακογιάννης. Ενημερωμένος, διαβασμένος, με ωραίο ρυθμό στη μετάδοση, όχι μόνο στο ποδόσφαιρο αλλά και στον στίβο που είχε τεράστια αδυναμία.

    Όταν βρέθηκα στο ΚΑΡ πριν από 20 χρόνια, με είχε δασκαλέψει ο συγχωρεμένος ο Χάρης Τσακματσιάν της MINOS να του κάνω ντου όποτε κρατούσε ποτήρι για να βλέπω τι πίνει. Οι γιατροί του είχαν απαγορεύσει το αλκοόλ και η γυναίκα του προσπαθούσε μάταια να τον περιορίσει. Είτε κούπα ήταν είτε λευκό πλαστικό ποτηράκι, το περιεχόμενο ήταν πάντοτε κιτρινωπό. «Κύριε Γιάννη, πάλι ουισκάκι; -Όχι ρε, χαμομηλάκι πίνω για τον λαιμό μου…», ήταν η μόνιμη στιχομυθία μας.

    Μέγας φαν του «νερού που καίει» (πέραν του ωραίου φύλου εννοείται), δεν υπήρχε περίπτωση να μην έχει ουίσκι για συνοδεία στις μουσικές εκπομπές του. Μια μέρα στον ΣΠΟΡ Fm, ανακαλύπτει ότι το μπουκάλι είναι άδειο ενώ έχει ήδη πέσει το σήμα της εκπομπής «Μουσική χωρίς σύνορα». Σε κατάσταση πανικού, κάνει νόημα στο τζάμι ώστε η παραγωγή να φροντίσει για την αναπλήρωση του κενού. Μετά από λίγα λεπτά, εμφανίζεται γνωστός συνάδελφος με ένα κόκκινο μπουκάλι Johnnie Walker. «Τι είναι αυτό ρε συ; Δεν είχε Chivas; Αυτό είναι για εντριβή ρε!»…

    Ένα φθινοπωρινό απόγευμα Παρασκευής του 2009, τελειώνοντας την εκπομπή μου τότε στον Arrena FM, περίμενε έτοιμος να μπουκάρει στο στούντιο ο Ζανό. Κρατώντας μια στοίβα cd, κυρίως με γαλλικό ρεπερτόριο, δεν κρατιόταν να κάτσει μπροστά στο μικρόφωνο. Ακουμπάει τα cd στον πάγκο, ρίχνω μια ματιά σε ένα του Αζναβούρ που ήταν πάνω – πάνω και αφού σχολιάζουμε για λίγο τον μύθο του γαλλικού τραγουδιού με την αρμενική καταγωγή, βλέπω ένα best του θρυλικού Ανταμό (Σαλβατόρε Αντάμο εκ Σικελίας, προτού… γαλλοποιηθεί στο Βέλγιο όπου μετανάστευσε η οικογένειά του όταν ήταν παιδάκι).

    «Ανταμό βλέπω, κύριε Γιάννη. Δεν είναι πολύ ποπ ο Ιταλός για τα γούστα σας;» τον ρώτησα για να τον τσιγκλήσω λιγουλάκι. Η απάντηση ήταν και η προτελευταία ατάκα που άκουσα τετ α τετ από το στόμα του, με εκείνο το σφύριγμα-σήμα κατατεθέν στο σίγμα και το ερωτηματικό «ε;» που με πέθαινε κάθε φορά που το άκουγα: «Τεράστια φωνή ο π@@στης. Κυριολεκτικά ε;».

    Η τελευταία ήταν η αμέσως επόμενη: «Πώς είναι ο Θόδωρος; Να του δώσεις πολλά χαιρετίσματα». Μετά τον τεράστιο Θόδωρο Νικολαΐδη, πέρασε στην αθανασία και ο μοναδικός Γιάννης Διακογιάννης