Η απόφαση της Ουγγαρίας να ανοίξει στο κοινό περίπου 60.000 ονόματα πληροφοριοδοτών των μυστικών υπηρεσιών της κομμουνιστικής περιόδου φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα δύσκολο ερώτημα: μπορεί μια κοινωνία να προχωρήσει χωρίς να έχει κοιτάξει κατάματα το παρελθόν της;
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Η αποκάλυψη των αρχείων μπορεί να αποτελέσει πράξη ιστορικής δικαιοσύνης για όσους διώχθηκαν για τις ιδέες τους. Μπορεί, όμως, να μετατραπεί και σε ετεροχρονισμένη αναζήτηση ενόχων, σε κυνήγι μαγισσών που θα αγγίξει ακόμη και τις επόμενες γενιές.
Το ζήτημα αναδεικνύεται μέσα από τις σκέψεις της Αρτέμιδος Σπηλιώτη και του Δημήτρη Ν. Μανιάτη, με τη μνήμη να λειτουργεί ως δικαίωμα, αλλά και ως δοκιμασία για μια κοινωνία που καλείται να διαχειριστεί τις πιο σκοτεινές σελίδες της χωρίς ρεβανσισμό.
Οσο περνούν τα χρόνια, αρκετές παιδικές αναμνήσεις ξεθωριάζουν. Κάποιες, όμως, επιστρέφουν με διαφορετικό βάρος, όταν ένα γεγονός της επικαιρότητας τις φωτίζει από την οπτική της ενηλικίωσης.
Μια τέτοια ανάμνηση από τον πατέρα της Αρτέμιδος Σπηλιώτη επανήλθε με αφορμή την ουγγρική απόφαση. Εκείνος θεωρούσε λανθασμένη την καταστροφή των περίπου 17,5 εκατομμυρίων ατομικών φακέλων κοινωνικών φρονημάτων της Ασφάλειας. Θα ήθελε να είχε πρόσβαση στον δικό του φάκελο, κυρίως για να καταλάβει ποιοι άνθρωποι από το περιβάλλον του έστελναν ραπόρτο στους ασφαλίτες.
Πολιτικοποιημένος και αριστερός, κυκλοφορούσε σε δύσκολες εποχές με την «Αυγή» στο χέρι. Είχε «σταμπαριστεί» στον Στρατό και κουβαλούσε οικογενειακό ιστορικό που, λίγο-πολύ, θα μπορούσε να προϊδεάσει για το περιεχόμενο του φακέλου του.
Πίστευε, πάντως, ότι αρκετές από τις «πληροφορίες» θα ήταν αντίστοιχες του χαμηλού νοητικού επιπέδου των ρουφιάνων. Ταυτόχρονα, θεωρούσε –ίσως από ένστικτο– ότι το κάψιμο των φακέλων έδωσε σε ορισμένους πληροφοριοδότες τη δυνατότητα να σβήσουν τα ίχνη τους και, λίγα χρόνια αργότερα, να καταλάβουν σημαντικές θέσεις. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κάποιοι, μάλιστα, επιχειρούν ακόμη να ξαναγράψουν την Ιστορία.
Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη άποψη. Πολλοί εκτιμούν ότι η καταστροφή των φακέλων ήταν αναγκαία, ώστε να μην ανοίξει το «κουτί της Πανδώρας» στο όνομα της Εθνικής Συμφιλίωσης. Ισως έχουν δίκιο. Δίκιο, όμως, έχουν και όσοι υπερασπίστηκαν με προσωπικό κόστος τις ιδέες τους και ήθελαν να κρατήσουν στα χέρια τους τα ντοκουμέντα του «φακελώματος» των ίδιων και των οικογενειών τους.
Η εμπειρία της Γερμανίας δείχνει πόσο σύνθετη είναι η διαχείριση μιας τέτοιας κληρονομιάς. Υπάλληλοι του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας της Ανατολικής Γερμανίας κατέστρεψαν πολλούς φακέλους από το τεράστιο αρχείο της Στάζι. Ωστόσο, ένας μεγάλος όγκος εγγράφων και τεκμηρίων διασώθηκε, καταγράφοντας μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους όχι μόνο της γερμανικής, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας.
Πολίτες και ερευνητές απέκτησαν πρόσβαση σε αυτό το πολύτιμο υλικό. Η αποκάλυψη των πληροφοριοδοτών, όμως, προκάλεσε βαθιά τραύματα σε οικογένειες και φιλικούς κύκλους. Σε επαγγελματικό ταξίδι στη Γερμανία, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η συζήτηση στη διάρκεια μιας επίσκεψης στη Δρέσδη έφτασε στα αρχεία της Στάζι.
Η γερμανίδα ξεναγός θεωρούσε σωστό το γεγονός ότι τα αρχεία δεν καταστράφηκαν, αναγνώριζε όμως τις πληγές που άνοιξαν. «Φαντάσου τους ανθρώπους που ξαφνικά ήρθαν αντιμέτωποι με σκληρές αλήθειες, όπως ότι τους κατέδιδε, όχι ο γείτονας, αλλά η γυναίκα τους, ο αδερφός τους».
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τέτοιες αποκαλύψεις. Παραμένει, όμως, το δικαίωμα του ανθρώπου να γνωρίζει ποιος τον έβλαψε και να αποφασίζει ο ίδιος αν θα συγχωρήσει, προκειμένου να συνεχίσει τη ζωή του. Είναι δικαίωμα κάθε πολίτη να γνωρίζει αν και πώς η δική του ζωή έγινε ζωή των άλλων. Είναι, ταυτόχρονα, πολιτικό καθήκον να ξεπεραστεί το τραύμα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Η ουγγρική πρωτοβουλία προβλημάτισε και τον Δημήτρη Ν. Μανιάτη. Οχι ως προς τη διαφάνεια ή την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, αλλά για τον κίνδυνο ενός ετεροχρονισμένου ρεβανσισμού. «Ποιος έδωσε τον παππού μου; Ο παππούς σου! Στην πυρά».
Μια αναδρομή σε οικογενειακά αρχεία τον έφερε μπροστά σε έναν από τους τρεις φακέλους που είχε διασώσει ο πατέρας του. Ηταν άλλες εποχές και άλλη χώρα, καθώς ο φάκελος αφορούσε την πρώτη Μεταπολίτευση. Στην Ελλάδα των ετών 1975-1981, της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, υπήρχαν ακόμη άνθρωποι υπό παρακολούθηση, όχι για ποινικά αδικήματα, αλλά για πολιτική δράση.
Ο πατέρας του ήταν ναυτικός, συνδικαλιστής της ΠΕΜΕΝ και ενεργός στα ευρωπαϊκά σωματεία, με δεκάδες ταξίδια. Ο πληροφοριοδότης που τον παρακολουθούσε σε συγκεντρώσεις στον Πειραιά και σε προβλήτες δεν αναφερόταν με όνομα στον φάκελο, αλλά με έναν αριθμό. Η περιέργεια γεννήθηκε εύλογα: υπήρχε άραγε όνομα στα επόμενα χρόνια;
Η δεύτερη σκέψη, όμως, ήταν διαφορετική. Οχι, δεν έχει νόημα να αναζητηθεί το όνομα, γιατί μια σύγχρονη κοινωνία κινδυνεύει να ξανανοίξει παλιές αντιπαραθέσεις. Η ιστορική μνήμη είναι απαραίτητη. Απαραίτητη είναι και η καταγραφή των πιο σκοτεινών όψεων του παρελθόντος, ακόμη και η αναθεώρησή τους όταν προκύπτουν νέα στοιχεία. Το ερώτημα είναι αν χρειάζεται να ψάχνουμε με μεγεθυντικό φακό τα ονόματα των πληροφοριοδοτών.
Τι θα συμβεί αν οι συγγενείς ή οι απόγονοι κληθούν να λογοδοτήσουν για πράξεις άλλων; Τι κοινωνία θα δημιουργηθεί αν διαιρεθεί ξανά πάνω σε παλιές πληγές; Και τι θα προκύψει αν ο πληροφοριοδότης ενός συγγενή στη Βουδαπέστη ήταν ένας άλλος συγγενής;
Οι κοινωνίες προχωρούν μέσα από συνθέσεις και υπερβάσεις. Κουβαλούν το ιστορικό τους φορτίο, αλλά δεν μπορούν να οικοδομηθούν πάνω στη δίψα για εκδίκηση. Δεν αναζητούν ετεροχρονισμένα οικογενειακές ευθύνες, ούτε στήνουν δίκες δεκαετίες αργότερα. Οι δίκες γίνονται στην ώρα τους.
Εκεί βρίσκεται και το ελληνικό έλλειμμα: στις δίκες των συνεργατών των Ναζί μετά τον πόλεμο, αλλά και στις δίκες των βασανιστών στη Χαλκίδα μετά τη δικτατορία. Δίκες έγιναν, όχι όμως με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα αποτελέσματά τους και οι κατηγορίες που θα φωτίζονταν θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος του κοινωνικού συμβολαίου, όχι εργαλείο μιας κοινωνίας που αναζητά εκδίκηση.
Ο Αλέκος Παναγούλης το είπε πρώτος. Κάτι ήξερε. Το ίδιο και ο Κώστας Κάππος, όταν συνάντησε έναν από τους βασανιστές του κάτω από το σπίτι του, στην οδό Βαλτινών: «Εκανες τη δουλειά σου και εγώ τη δική μου. Δεν θα σου δώσω όμως το χέρι».
Ναι στη μνήμη, λοιπόν. Οχι στη λήθη, αλλά ούτε και στην περαιτέρω αστυνόμευση της Ιστορίας.

