Η βία και η εξουσία

Share

Η συζήτηση για τη βία δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια γενική και ισοπεδωτική καταδίκη της, ανεξάρτητα από την προέλευση και τον σκοπό της. Μια τέτοια προσέγγιση αγνοεί τις κοινωνικές συνθήκες που γεννούν τις συγκρούσεις και εξισώνει τη βία της εξουσίας με την αντίδραση των αδύναμων απέναντί της.

Ο Μαξιμίλιαν Βέμπερ (1864-1920) περιέγραψε ως βασικό γνώρισμα του σύγχρονου κράτους το «μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας» μέσα σε μια επικράτεια. Η έννοια αυτή δείχνει πώς η εξουσία αξιοποιεί τη νομιμότητα για να δικαιολογεί την καταστολή της, χαρακτηρίζοντας «παράνομη» κάθε διαφορετική μορφή αντίδρασης.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Από την παιδική ηλικία, άλλωστε, μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, μαθαίνουμε να υπακούμε στο κράτος και στους θεσμούς, αποδεχόμενοι ως νόμιμη τη βία τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τερατώδη τραπεζικά ιδρύματα, των οποίων η οικονομική επιβολή εμφανίζεται ως φυσιολογικό και αναπόφευκτο στοιχείο της καθημερινότητας.

Στην πραγματικότητα, η βία αποτελεί μορφή άσκησης ισχύος και δεν νομιμοποιείται ηθικά απλώς και μόνο επειδή επικαλείται κάποιον σκοπό. Ο Τόμας Χομπς (1588-1679), αναφερόμενος στην εφιαλτική κατάσταση της ζωής χωρίς νόμο και ηθικούς κανόνες ως πόλεμο όλων εναντίον όλων, τόνιζε την ανάγκη ενός κοινωνικού συμβολαίου που θα απέτρεπε την αμοιβαία εξόντωση.

Ταυτόχρονα, είναι ανεπαρκές και «απολίτικο» να καταδικάζουμε κάθε βίαιη συμπεριφορά χωρίς να εξετάζουμε τις διαφορές μεταξύ τους, το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνονται και τη λειτουργία τους ως διαδικασίες κοινωνικής μάθησης (social learning). Η ανθρώπινη συμπεριφορά διαμορφώνεται μέσα από τη διαρκή διάδραση με το περιβάλλον, άρα δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται.

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις της Gen Z στην Ευρώπη ανέδειξαν ακριβώς αυτή τη ρήξη με το κοινωνικό συμβόλαιο. Στην Ισπανία, οι διαμαρτυρίες συνδέθηκαν με την οξυμένη στεγαστική κρίση, ενώ στην Ιταλία και στην Ελλάδα οι νέοι βγήκαν στους δρόμους εξαιτίας του κόστους ζωής και της υποχρηματοδότησης της παιδείας και του κοινωνικού κράτους.

Στην Ισπανία, οι κατασκηνώσεις στην Πουέρτα ντελ Σολ προέκυψαν μετά τη βίαιη και αναγκαστική έξωση μιας ανάπηρης συνταξιούχου, η οποία πέθανε λίγο αργότερα. Στο Σύνταγμα, αντίστοιχη κινητοποίηση με τη μορφή κάμπινγκ διαμαρτυρίας αφορούσε το ύψος των ενοικίων και το δυσβάσταχτο κόστος των σπουδών για τους φοιτητές.

Παρά τις διαφορετικές αφετηρίες, η αντίδραση των κυβερνήσεων κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση. Η Τζόρτζια Μελόνι καταδίκασε απερίφραστα τα επεισόδια και τις συγκρούσεις στο Μιλάνο και στο Τορίνο, προχωρώντας παράλληλα σε αυστηροποίηση των νόμων για τις δημόσιες συναθροίσεις. Ο Εντι Ράμα επέβαλε υπέρογκα πρόστιμα ακόμη και για την παρουσία κάποιου σε διαδήλωση που θα εξελιχθεί σε βίαιη.

Αυτές οι οριζόντιες καταδίκες λειτουργούν ως επικοινωνιακό «προπέτασμα καπνού». Εστιάζοντας στις σπασμένες βιτρίνες ή στις μολότοφ, εξομοιώνουν εκατοντάδες χιλιάδες ειρηνικούς διαδηλωτές με τις απολίτικες περιθωριακές ομάδες. Με αυτόν τον τρόπο αποπολιτικοποιούν τις κινητοποιήσεις και αποφεύγουν να απαντήσουν στα προβλήματα που τις προκαλούν.

Η «νόμιμη» θεσμική βία, είτε παίρνει τη μορφή οικονομικής εξαθλίωσης είτε εκφράζεται μέσα από την αποδυνάμωση της δημόσιας παιδείας, της στέγασης και του κοινωνικού κράτους, απολαμβάνει κρατικής ασυλίας. Αντίθετα, η παραβατικότητα της αντίδρασης των αδυνάτων στηλιτεύεται με κάθε τρόπο. Η άρνηση να διακρίνουμε τη βία του καταπιεστή από τη βία του καταπιεσμένου αποτελεί προσβλητική πολιτική επιλογή.

Τα παγκοσμιοποιημένα συμφέροντα και ο αδυσώπητος ανταγωνισμός των κάθε λογής συσπειρώσεων κεφαλαίου εξακολουθούν να λειτουργούν εις βάρος των πιο αδύναμων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι άνθρωποι δικαιούνται να παραβλέψουν ηθικές απαγορεύσεις που εφαρμόζονται επιλεκτικά και να αντισταθούν στην «άοπλη διαφθορά» που τους επιβάλλεται με ολοκληρωτική βία.

Η πολιτική απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η τυφλή επιστροφή στον «πόλεμο όλων εναντίον όλων» ούτε η αποδοχή του κρατικού μονοπωλίου της καταστολής. Απαιτείται συνολική επαναδιαπραγμάτευση του κοινωνικού συμβολαίου μέσα από τη συγκρότηση ενός οργανωμένου, μαζικού και πολιτικά συνειδητοποιημένου κινήματος των αδυνάτων.

Η δομική βία του συστήματος δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές πράξεις παραβατικότητας, αλλά με θεσμικό μετασχηματισμό, διεκδίκηση κοινωνικής δικαιοσύνης, καθολική πρόσβαση στη στέγαση και στη δημόσια παιδεία και εκδημοκρατισμό των οργάνων εξουσίας. Η κοινωνική ειρήνη μπορεί να εδραιωθεί μόνο όταν οι δρόμοι της Ευρώπης πάψουν να είναι πεδία εκτόνωσης της οργής και μετατραπούν σε χώρους οργανωμένης πολιτικής πίεσης, ώστε η εξουσία να υποχρεωθεί να επιστρέψει τον πλούτο και τα δικαιώματα σε εκείνους από τους οποίους τα στερεί.

Ο Κώστας Θεολόγου είναι καθηγητής ΕΜΠ και διευθυντής του τομέα Ανθρωπιστικών, Κοινωνικών Επιστημών και Δικαίου της Σχολής ΕΜΦΕ

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ