Ουγγαρία: Δημοσιοποιούνται τα ονόματα 60.000 καταδοτών – «Σε κάθε οικογένεια, γειτονιά και δρόμο υπήρχαν προδότες»

Share

Η Ουγγαρία ανοίγει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας της, δίνοντας στη δημοσιότητα περίπου 60.000 ονόματα πληροφοριοδοτών της κομμουνιστικής περιόδου. Η νέα διαδικτυακή βάση δεδομένων αφορά το δίκτυο των μυστικών υπηρεσιών που έδρασε από το 1945 έως το 1989, όταν η κρατική ασφάλεια παρακολουθούσε συστηματικά την κοινωνία και καταδίωκε κάθε μορφή αντιπολίτευσης.

Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Πέτερ Μαγιάρ δεν περιορίζεται, ωστόσο, στην αποκάλυψη ενός ιστορικού αρχείου. Την ίδια στιγμή βρίσκεται σε εξέλιξη ξεχωριστή έρευνα για υποθέσεις διαφθοράς, κατάχρησης δημόσιου χρήματος και αδιαφανών συμφωνιών που συνδέονται με τη δεκαεξαετή διακυβέρνηση του Βίκτορ Ορμπαν. Έτσι, η χώρα επιχειρεί να επανεξετάσει τόσο το κομμουνιστικό παρελθόν όσο και την πιο πρόσφατη πολιτική της ιστορία.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Η δημοσιοποίηση των αρχείων αποτελεί μία από τις βασικές προεκλογικές δεσμεύσεις του Μαγιάρ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αποκάλυψη της ιστορικής αλήθειας είναι απαραίτητη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι τι θα συμβεί όταν οι 60.000 εγγραφές πάψουν να είναι απλοί αριθμοί σε μια ηλεκτρονική βάση και συνδεθούν με πρόσωπα, οικογένειες και προσωπικές ιστορίες.

Ο ιστορικός Ιστβαν Παπ προειδοποίησε ότι οι πολίτες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με πληροφορίες για παππούδες, θείους, δασκάλους, φίλους και γείτονες, καθώς «ο πληροφοριοδότης δεν ανήκει πάντοτε στην “άλλη” πλευρά». Όπως σημείωσε, αυτό είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδικασίας.

Φάκελοι πληροφο-ριοδοτών της κομμουνιστικής περιόδου στα Ιστορικά Αρχεία της Ουγγρικής Κρατικής Ασφάλειας (ABTL) στη Βουδαπέστη

Οι εκτιμήσεις των ιστορικών κάνουν λόγο για 50.000 έως 60.000 συνεργάτες των υπηρεσιών ασφαλείας, αν και ο πραγματικός αριθμός ενδέχεται να ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ο γενικός διευθυντής των Ιστορικών Αρχείων, Γκέργκε Μπεντεγκούζ Τσεχ, υπολογίζει ότι περίπου 150.000 άνθρωποι εργάστηκαν συνολικά ως πληροφοριοδότες κατά την περίοδο των καθεστώτων Ράκοσι και Κάνταρ.

Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν κατά την εξέγερση του 1956, ενώ νέες καταστροφές σημειώθηκαν το 1988 και το 1989, όταν το καθεστώς αντιλήφθηκε ότι η κατάρρευσή του πλησίαζε. Ως εκ τούτου, τα σημερινά αρχεία αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος του μηχανισμού παρακολούθησης που είχε στηθεί στη χώρα.

Η πρόσβαση στο υλικό ήταν μέχρι σήμερα αυστηρά περιορισμένη. Ερευνητές και συγγενείς θυμάτων μπορούσαν να εξετάσουν συγκεκριμένα έγγραφα, ενώ οι υπόλοιποι πολίτες είχαν δικαίωμα να αναζητήσουν στοιχεία μόνο για τους ίδιους ή για στενά συγγενικά τους πρόσωπα. Η νέα βάση δεδομένων είναι πλέον διαθέσιμη σε όλους, με την ουγγρική κυβέρνηση να επιδιώκει να καταστήσει τη χώρα την πιο διαφανή του πρώην ανατολικού μπλοκ σε ό,τι αφορά τα αρχεία των μυστικών υπηρεσιών.

Η επιλογή της 4ης Νοεμβρίου για την έναρξη της δημοσιοποίησης είχε έντονο συμβολισμό, καθώς συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στη Βουδαπέστη και την καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης του 1956.

Ο Μίκλος Κις, επιζών ουγγρικού στρατοπέδου καταναγκαστικής εργασίας και πρόεδρος ένωσης θυμάτων του κομμουνιστικού καθεστώτος, προειδοποίησε: «Οι άνθρωποι θα μάθουν ότι υπήρχαν προδότες σε κάθε οικογένεια, σε κάθε γειτονιά και σε κάθε δρόμο». Ο ίδιος θεωρεί ότι η Ουγγαρία θα έπρεπε να είχε ανοίξει τα αρχεία πολύ νωρίτερα, όπως έκανε η Γερμανία με τα αρχεία της Στάζι το 1992. «Αλλά τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουμε τώρα με αυτή τη γνώση;», διερωτήθηκε.

Ο Πέτερ Μαγιάρ παρουσίασε την πρωτοβουλία στα Ιστορικά Αρχεία της Κρατικής Ασφάλειας, χαρακτηρίζοντάς την υλοποίηση μιας υπόσχεσης που είχε δοθεί πριν από 36 χρόνια, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, αλλά δεν εφαρμόστηκε ποτέ. «Ζητώ από όλους να αντιμετωπίσουν αυτή την καθυστερημένη δημοσιοποίηση των εγγράφων με αξιοπρέπεια και ανθρωπιά», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι πολλές οικογένειες θα έρθουν αντιμέτωπες με δύσκολες πληροφορίες για ανθρώπους που μπορεί να έχουν ήδη φύγει από τη ζωή.

Η πρώτη φάση περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες αρχείων: τα δελτία καταγραφής πληροφοριοδοτών, τα μητρώα στρατολόγησης και τα ηλεκτρονικά αρχεία του δικτύου. Σε αυτά περιλαμβάνονται στοιχεία ταυτοποίησης, κωδικά ονόματα, πληροφορίες για τα πρόσωπα που ανέλαβαν τη στρατολόγηση, καθώς και το πεδίο δράσης κάθε πληροφοριοδότη.

Οι αναλυτικοί φάκελοι περίπου 9.000 προσώπων, με περισσότερες λεπτομέρειες για τη στρατολόγηση και τη δράση τους, αναμένεται να δημοσιοποιηθούν έως τις 25 Φεβρουαρίου 2027, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.

Η αναγραφή ενός ονόματος στη βάση δεδομένων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο παρείχε πληροφορίες στις Αρχές ή ότι ανέλαβε συνειδητά ενεργό ρόλο. Αρκετοί στρατολογήθηκαν υπό καθεστώς εκβιασμού, απειλών και πιέσεων που αφορούσαν την επαγγελματική ή προσωπική τους ζωή.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απειλές αφορούσαν την επαγγελματική εξέλιξη συγγενών, τη χορήγηση φαρμάκων που είχαν παραγγελθεί από το εξωτερικό ή την αποκάλυψη προσωπικών στοιχείων, όπως ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Ο διευθυντής των Αρχείων προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα για κάποιον μόνο από μία εγγραφή στη βάση δεδομένων.

«Εάν κάποιος συναντήσει το όνομα ενός γνωστού ή συγγενούς του, θα πρέπει να δείξει περιέργεια και διάθεση να διερευνήσει την υπόθεση και όχι να σπεύσει να τον κρίνει», ήταν το μήνυμά του.

Ο Κρίστιαν Ούνγκβαρι, ο οποίος μελετά εδώ και δεκαετίες την ιστορία και τα αρχεία της κρατικής ασφάλειας, υπερασπίζεται τη δημοσιοποίηση, παρά το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει περάσει. Όπως αναφέρει, η αντιμετώπιση του παρελθόντος είναι χρήσιμη και διασκεδαστική δραστηριότητα και «κάποιος μπορεί να μάθει από αυτό».

Για τον ίδιο, τα αρχεία δεν φωτίζουν μόνο το παρελθόν, αλλά και το παρόν. «Στην περίπτωση του Κάρολι Σίτα, το σημαντικό δεν είναι ότι ήταν πράκτορας, αλλά ότι τώρα λέει ψέματα γι’ αυτό», είπε, αναφερόμενος στον δήμαρχο του Κάποσβαρ. Ο Ούνγκβαρι είχε γράψει το 2005, βασιζόμενος σε έγγραφα της κρατικής ασφάλειας, ότι ο Σίτα εργάστηκε για την αντικατασκοπεία από το 1980 έως το 1989. Ο δήμαρχος, από την πλευρά του, χαρακτήρισε τα έγγραφα ψευδή.

«Αν η δημοσιοποίηση των αρχείων των πρακτόρων έχει ως αποτέλεσμα μόνο την αγανάκτηση και την απελπισία κάποιου, αυτό δεν είναι αρκετό. Αλλά αν κάνει τους ανθρώπους να σκεφτούν, να θέσουν ερωτήματα και να ξεκινήσουν περαιτέρω έρευνα, τότε θα είναι χρήσιμο να δημοσιοποιηθούν τα έγγραφα».

Πιο επιφυλακτικός εμφανίζεται ο ιστορικός Γιάνος Ράινερ, ερευνητής της περιόδου και μέλος της Επιτροπής Ανακάλυψης Εγγράφων που είχε συσταθεί από το υπουργείο Εσωτερικών το 1995. «Αυτό θα είχε πραγματικά κάποια λειτουργία πριν από 36-37 χρόνια ή στα 10-12 χρόνια μετά την αλλαγή καθεστώτος, όταν ακόμη και οι ερευνητές και οι πολίτες είχαν πολύ πιο περιορισμένη πρόσβαση σε έγγραφα».

Η υπόθεση έχει και ξεκάθαρη πολιτική διάσταση. Η κυβέρνηση του Πέτερ Μαγιάρ έχει ξεκινήσει παράλληλα έρευνα για την περίοδο διακυβέρνησης του Βίκτορ Ορμπαν, εξετάζοντας χιλιάδες αποφάσεις και κρατικά έγγραφα για ενδείξεις διαφθοράς, κατάχρησης δημόσιου χρήματος και αδιαφανών συμφωνιών.

Επικεφαλής της συνολικής προσπάθειας είναι ο Μπάλιντ Ρουφ, στενός συνεργάτης του Μαγιάρ, ο οποίος συντονίζει τόσο την επανεξέταση των απόρρητων φακέλων της κομμουνιστικής περιόδου όσο και τις έρευνες για την προηγούμενη κυβέρνηση. Οι ομάδες του έχουν ήδη εντοπίσει αμφιλεγόμενες συμβάσεις και έχουν διαβιβάσει ύποπτες υποθέσεις στις εισαγγελικές Αρχές.

Στο ουγγρικό κοινοβούλιο λειτουργούν επίσης εξεταστικές επιτροπές για την ιδιοποίηση κρατικών περιουσιακών στοιχείων μετά την πτώση του κομμουνισμού, αλλά και για υποθέσεις που αφορούν την κεντρική τράπεζα επί Ορμπαν. Ένας πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας και δύο πρώην υπουργοί έχουν τεθεί υπό κράτηση, ενώ έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για τον γιο του πρώην κεντρικού τραπεζίτη.

Ο Ορμπαν απορρίπτει τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι πρόκειται για πολιτική δίωξη εναντίον του ίδιου και του κόμματός του. Οι ερευνητές απορρίπτουν κάθε εξίσωση της περιόδου Ορμπαν με το κομμουνιστικό παρελθόν, επισημαίνουν όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις η πραγματικότητα διαστρεβλώθηκε και η παραπληροφόρηση χρησιμοποιήθηκε για να παραμείνουν οι πολίτες στο σκοτάδι.

Μία ημέρα πριν από το άνοιγμα των αρχείων, ο ίδιος ο Βίκτορ Ορμπαν υποστήριξε ότι οι κομμουνιστικές μυστικές υπηρεσίες είχαν προσπαθήσει να τον στρατολογήσουν ως πληροφοριοδότη στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, χωρίς αποτέλεσμα. Ανέφερε ακόμη ότι ο ίδιος, η σύζυγός του και συνεργάτες του βρίσκονταν υπό συνεχή παρακολούθηση.

Για την κυβέρνηση Μαγιάρ, η αποκάλυψη των αρχείων αποτελεί όχι μόνο ιστορική εκκρεμότητα, αλλά και μέσο προστασίας των δημοκρατικών θεσμών. Ο Μπάλιντ Ρουφ υποστηρίζει ότι η κοινωνία πρέπει να κατανοήσει τι συνέβη στη χώρα τα τελευταία 16 χρόνια, ώστε να διαμορφώσει κοινή αντίληψη για όσα δεν πρέπει να επαναληφθούν.

«Δεν μου αρέσουν τα μυστικά που μετατρέπονται σε ταμπού», έχει δηλώσει, αναφερόμενος στην ανάγκη να εξεταστούν τόσο η κομμουνιστική περίοδος όσο και η εποχή Ορμπαν. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, ο Ρουφ θεωρεί ότι η εκστρατεία διαφάνειας μπορεί να δημιουργήσει ένα είδος «ανοσοποιητικού συστήματος», που θα βοηθήσει την Ουγγαρία να αποτρέψει στο μέλλον την εκ νέου κατάληψη των κρατικών θεσμών από μια κυβέρνηση στα πρότυπα του Ορμπαν.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ