Η βαριά εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές έχει ανοίξει συζήτηση στον Λευκό Οίκο για την παραμονή του Πιτ Χέγκσεθ στο υπουργείο Άμυνας. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να έχει ζητήσει από συνεργάτες και συμβούλους του την άποψή τους για το μέλλον του υπουργού, τόσο σε κατ’ ιδίαν συναντήσεις όσο και σε τηλεφωνικές επικοινωνίες.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το CBS News, οι σχετικές ερωτήσεις τέθηκαν μετά τις σημαντικές απώλειες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στην εκλογική αναμέτρηση της Τρίτης. Άλλες πηγές, πάντως, υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ δεν έχει λάβει οριστική απόφαση για την αντικατάσταση του Χέγκσεθ.
Την ίδια ώρα, ορισμένοι συνεργάτες του Λευκού Οίκου θεωρούν ότι μέρος της ευθύνης για το αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί στον ναύαρχο Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, αλλά και στον πρόεδρο του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Νταν Κέιν. Οι δύο αξιωματούχοι είχαν καθοριστικό ρόλο στη χάραξη της στρατηγικής για τον πόλεμο με το Ιράν.
Πριν από τις εκλογές, οι Δημοκρατικοί είχαν ήδη ξεκινήσει προσπάθειες για την παραπομπή του υπουργού Άμυνας. Μετά το αποτέλεσμα, θεωρείται πιθανό να ενισχύσουν την πρωτοβουλία τους, καθώς διατηρούν ισχυρές πλειοψηφίες και στα δύο νομοθετικά σώματα.
Παρά τα σενάρια, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι επιχείρησε να βάλει τέλος στη φημολογία για το μέλλον του Χέγκσεθ, δηλώνοντας ότι «ο πρόεδρος Τραμπ έχει πλήρη εμπιστοσύνη στον υπουργό Χέγκσεθ».
Στην ίδια δήλωση, η Κέλι εξήρε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράν και τη Βενεzuela, καθώς και την προσπάθεια του υπουργού Άμυνας να ανατρέψει την πολιτική που ακολουθούσε το Πεντάγωνο επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν. Όπως ανέφερε, εκείνη η πολιτική έδινε προτεραιότητα στην «πολιτική της διαφορετικότητας, της ισότητας και της συμπερίληψης (DEI) και στην ιδεολογία woke».
Σε αυτό το κλίμα, πηγή του CBS News αναφέρει ότι ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της Φλόριντα Ρον ΝτεΣάντις εξετάζεται ως πιθανός διάδοχος του Χέγκσεθ. Το συγκεκριμένο σενάριο προβλέπει ότι ο ΝτεΣάντις θα μπορούσε να περάσει από τη διαδικασία έγκρισης της Γερουσίας κατά την περίοδο της απερχόμενης Βουλής και να αναλάβει το υπουργείο μετά τη λήξη της θητείας του ως κυβερνήτης, στις 5 Ιανουαρίου.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, από την πλευρά του, προχώρησε σε δημόσια αποτίμηση της εκλογικής ήττας των Ρεπουμπλικανών. Σε εκτενή ανάρτησή του υποστήριξε ότι το αποτέλεσμα οφείλεται κυρίως στη δυσαρέσκεια ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει το δίδυμο Τραμπ – Βανς το 2024, αλλά αυτή τη φορά επέλεξαν τους Δημοκρατικούς.
Ο Βανς απέρριψε την εκτίμηση ότι η χαμηλή συμμετοχή ήταν ο βασικός λόγος της ήττας. Όπως ανέφερε, οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι προσήλθαν στις κάλπες, όμως αρκετοί δεν ψήφισαν το κόμμα τους και στράφηκαν προς τους Δημοκρατικούς.
Όπως αποκάλυψε, είχε συζητήσει το ενδεχόμενο αυτό με αναλυτή δεδομένων, ο οποίος τον είχε προειδοποιήσει ότι πολλοί από όσους είχαν στηρίξει τον Ντόναλντ Τραμπ και τον ίδιο το 2024 ήταν δυσαρεστημένοι και σχεδίαζαν να ψηφίσουν διαφορετικά.
Ο αντιπρόεδρος επικαλέστηκε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Φλόριντα, όπου το εκλογικό σώμα ήταν κατά εννέα ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο Ρεπουμπλικανικό παρά Δημοκρατικό. Η επίδοση αυτή, όπως σημείωσε, απείχε μόλις μία ή δύο μονάδες από εκείνη του 2024.
Αναφερόμενος στις αιτίες της μεταστροφής, ο Βανς παραδέχθηκε ότι το οικονομικό μήνυμα των Ρεπουμπλικανών δεν ήταν αρκετά ισχυρό στην τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου. Ωστόσο, απέδωσε την ήττα κυρίως στη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο, το αυξημένο κόστος ζωής και την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ισραήλ.
Επικαλέστηκε, μάλιστα, δημοσκόπηση σύμφωνα με την οποία οι ψηφοφόροι που εγκατέλειψαν τους Ρεπουμπλικανούς θα επέστρεφαν στο κόμμα εφόσον τερματιζόταν ο πόλεμος, δινόταν μεγαλύτερη έμφαση στο κόστος ζωής και τον πληθωρισμό, εφαρμοζόταν η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» και άλλαζε η σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ.
«Οι ψηφοφόροι μας προσήλθαν στις κάλπες. Και οι τέσσερις παραπάνω λόγοι εξηγούν γιατί πολλοί από αυτούς ψήφισαν Δημοκρατικούς», ανέφερε ο Βανς, προσθέτοντας ότι τα συμπεράσματα προέρχονται από δημοσκόπο που είχε προβλέψει με ακρίβεια το εκλογικό αποτέλεσμα.
Ο αντιπρόεδρος αναφέρθηκε και στην κριτική που είχε δεχθεί η Ρέιτσελ Κάμπος-Ντάφι, όταν τάχθηκε υπέρ μιας διπλωματικής λύσης στη σύγκρουση, υποστηρίζοντας ότι η συμβουλή της αποδείχθηκε σωστή.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι το επόμενο διάστημα θα υπάρξουν προσπάθειες παραπλάνησης σχετικά με τα αίτια της ήττας και απέρριψε το ενδεχόμενο η λύση να βρίσκεται στην παροχή αμνηστίας. Διευκρίνισε, πάντως, ότι είναι ανοιχτός σε αλλαγές στον τρόπο εφαρμογής της μεταναστευτικής νομοθεσίας, όπως η μεγαλύτερη εστίαση στις επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν παράνομους εργαζομένους.
«Ο λόγος που χάσαμε είναι ο πόλεμος. Το είπε και ο ίδιος ο πρόεδρος χθες το βράδυ», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Βανς.
Ο αντιπρόεδρος σημείωσε επίσης ότι όσοι θεωρούν πως η πολιτική της κυβέρνησης στον πόλεμο άξιζε το εκλογικό κόστος θα πρέπει να το υποστηρίξουν ανοιχτά, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την απώλεια της Γερουσίας για τα επόμενα έξι χρόνια. Όπως τόνισε, πρόκειται για μια θέση που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής διαφωνίας, αλλά συνιστά, κατά την άποψή του, ειλικρινή αποτίμηση.
Κλείνοντας, δήλωσε αισιόδοξος για το μέλλον των ΗΠΑ και κάλεσε τους Ρεπουμπλικανούς να αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια που προκάλεσε το εκλογικό αποτέλεσμα, στηρίζοντας υποψηφίους οι οποίοι συμμερίζονται τις πολιτικές τους θέσεις και συνεχίζοντας την προσπάθεια ενίσχυσης του κόμματος.
Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ έχουν προκαλέσει ενδιαφέρον και στο εξωτερικό, με αναλυτές να εξετάζουν τις πιθανές επιπτώσεις στη γεωπολιτική ισορροπία στα Δυτικά Βαλκάνια, ενώ έχουν καταγραφεί και αντιδράσεις του Βούτσιτς στη Σερβία.

