Σε αυστηρότερο πλαίσιο για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) και με χαμηλότερο κόστος για συγκεκριμένες κατηγορίες δανειοληπτών κινείται το νομοσχέδιο για το ιδιωτικό χρέος. Οι προωθούμενες παρεμβάσεις προβλέπουν, μεταξύ άλλων, δεκαπλασιασμό του ανώτατου προστίμου που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και σταθερό επιτόκιο 3% για όλη τη διάρκεια ρύθμισης μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Στόχος των αλλαγών είναι να περιοριστεί το κόστος αποπληρωμής των οφειλών, να ενισχυθούν η ασφάλεια και η προβλεψιμότητα των ρυθμίσεων και να καταστούν αυστηρότερες οι κυρώσεις για τους servicers που παραβιάζουν το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
- Σταθερό επιτόκιο 3% για ευάλωτους και επιλέξιμους οφειλέτες
Με την πρώτη τροπολογία προστίθεται νέα παράγραφος 3Α στο άρθρο 14 του ν. 4738/2020. Με αυτήν καθορίζεται σταθερό ετήσιο επιτόκιο 3% για τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς, οι οποίες καταρτίζονται στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Η ρύθμιση αφορά δύο κατηγορίες οφειλετών:
α) Όσους πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. α΄ του άρθρου 217 του ν. 4738/2020, και διαθέτουν τη σχετική βεβαίωση.
β) Όσους χαρακτηρίζονται επιλέξιμοι, σύμφωνα με την περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, δηλαδή περιλαμβάνεται και η μεσαία τάξη.
Το επιτόκιο θα παραμένει στο 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης και η εφαρμογή του θα αποτελεί υποχρεωτικό όρο της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Δεν θα επηρεάζεται από το αν οι οφειλές καλύπτονται από εμπράγματες ή άλλες ειδικές εξασφαλίσεις, ούτε από την κατηγορία του χρηματοδοτικού φορέα.
Με το ισχύον καθεστώς, το επιτόκιο ανέρχεται σε 3% για τα πρώτα έτη στις οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε 4% για τα πρώτα τρία έτη στις οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Στη συνέχεια μετατρέπεται σε κυμαινόμενο, με βάση το Euribor τριμήνου +2,5% για τις οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και το Euribor τριμήνου +3% για τις οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις.
Με το σημερινό επίπεδο του Euribor, στο 2,67%, αυτό σημαίνει ότι μετά την παρέλευση της τριετίας το επιτόκιο στον εξωδικαστικό μηχανισμό θα έφτανε στο 5,17% για τις οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και στο 5,67% για τις οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Με τη νέα ρύθμιση, για τις συγκεκριμένες κατηγορίες οφειλετών θα παραμένει σταθερό στο 3% ανεξάρτητα από την ύπαρξη εξασφαλίσεων.
Η ρύθμιση ισχύει για καταβολές από την 1η Δεκεμβρίου 2026.
Ενδεικτικά, για οφειλή ύψους 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 240 μηνών και χωρίς εφαρμογή του μηχανισμού step-up, στο ισχύον καθεστώς η μηνιαία δόση υπολογίζεται εκ νέου μετά τους πρώτους 36 μήνες, με βάση το υπόλοιπο της οφειλής και το νέο επιτόκιο για τους υπόλοιπους 204 μήνες.
Η καθιέρωση σταθερού επιτοκίου 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αντί του κυμαινόμενου επιτοκίου που εφαρμόζεται μετά την πρώτη τριετία, μειώνει σημαντικά το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης.
Για οφειλή 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, το συνολικό όφελος υπολογίζεται σε περίπου 20.200 ευρώ για εξασφαλισμένη απαίτηση και σε περίπου 28.600 ευρώ για ανεξασφάλιστη απαίτηση.
- Αύξηση των προστίμων για τους servicers
Η δεύτερη τροπολογία αυξάνει σημαντικά τα πρόστιμα που μπορεί να επιβάλλει η αρμόδια εποπτική αρχή, δηλαδή η Τράπεζα της Ελλάδος, στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις τους.
Ενώ σήμερα το ανώτατο πρόστιμο ανέρχεται σε 500.000 ευρώ, το νέο πλαίσιο το αυξάνει στα 5.000.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό, το μέγιστο πρόστιμο δεκαπλασιάζεται και η παραβίαση των κανόνων καθίσταται σημαντικά επαχθέστερη για τους servicers.
Η αλλαγή αφορά τα πρόστιμα που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει του άρθρου 27 του νόμου 5072/2023. Ενδεικτικά, οι παραβάσεις περιλαμβάνουν τις εξής περιπτώσεις:
- Ο διαχειριστής πιστώσεων δεν πληροί την απαίτηση περί συμβατικής σχέσης με τον αγοραστή πιστώσεων, συνάπτει σύμβαση εξωτερικής ανάθεσης κατά παράβαση του σχετικού άρθρου ή ο πάροχος πιστωτικών υπηρεσιών στον οποίο έχουν ανατεθεί εξωτερικά οι δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων διαπράττει σοβαρή παράβαση της νομοθεσίας.
- Ο διαχειριστής πιστώσεων δεν τηρεί τις απαιτήσεις για το οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζονται τα δικαιώματα του δανειολήπτη και η συμμόρφωση με τους κανόνες προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
- Η πολιτική του διαχειριστή πιστώσεων δεν διασφαλίζει την ορθή μεταχείριση των δανειοληπτών σύμφωνα με τον νόμο.
- Οι εσωτερικές διαδικασίες του διαχειριστή πιστώσεων δεν προβλέπουν την καταγραφή και τη διαχείριση των παραπόνων των δανειοληπτών, όπως απαιτεί η νομοθεσία.
- Ο αγοραστής πιστώσεων με έδρα στην Ελλάδα ή, κατά περίπτωση, ο αντιπρόσωπος που έχει οριστεί, δεν γνωστοποιεί τις πληροφορίες για τον ορισμό διαχειριστών πιστώσεων ή άλλων οντοτήτων, καθώς και για τη μεταβίβαση πιστώσεων στις αρμόδιες αρχές.
- Ο αγοραστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες από τον νόμο υποχρεώσεις του.
- Ο διαχειριστής πιστώσεων δεν τηρεί τις απαιτήσεις του νόμου σχετικά με τη δυνατότητα κατοχής χρηματικών ποσών.
- Ο αγοραστής ή ο διαχειριστής πιστώσεων δεν συμμορφώνεται με το νομικό πλαίσιο που διέπει τις σχέσεις με τους δανειολήπτες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει πρόστιμο για σωρεία παραβάσεων. Οι συγκεκριμένες κυρώσεις είναι επιπρόσθετες των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 15 του υπό ψήφιση νομοσχεδίου.
Το άρθρο αυτό αφορά ειδικότερα πρόστιμα από 50.000 έως 500.000 ευρώ, τα οποία επιβάλλονται ανά δανειολήπτη από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, όταν, μεταξύ άλλων, πραγματοποιούνται ενέργειες είσπραξης σε συνεπή δανειολήπτη ή σε δανειολήπτη που δεν καταβάλλει ορισμένες δόσεις επειδή ο πιστωτής ή ο διαχειριστής πιστώσεων δεν του έχει χορηγήσει τα αναγκαία στοιχεία.

