Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Έξι παράγοντες που μπορεί να περιορίσουν τη νίκη των Δημοκρατικών παρά τη φθορά του Τραμπ

Share

Το πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ δείχνει να ευνοεί τους Δημοκρατικούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, καθώς η χαμηλή δημοτικότητα του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η ακρίβεια και η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράν ενισχύουν τη φθορά των Ρεπουμπλικανών. Η θετική εικόνα που καταγράφουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, ωστόσο, δεν προεξοφλεί μια ευρεία εκλογική νίκη.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται πιο ανταγωνιστικοί ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές περιφέρειες, ενώ διευρύνουν την απήχησή τους σε περιοχές που αποτελούν μέρος της εκλογικής βάσης του Αμερικανού προέδρου. Παρ’ όλα αυτά, η τελική έκταση των κερδών τους παραμένει αβέβαιη.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Αναλυτές και κομματικοί στρατηγικοί σύμβουλοι, μιλώντας στο Reuters, εντοπίζουν έξι παράγοντες που μπορεί να περιορίσουν τα εκλογικά οφέλη των Δημοκρατικών: ο μικρότερος αριθμός αμφίρροπων περιφερειών, η αβεβαιότητα στη Γερουσία, η συμμετοχή των ψηφοφόρων, το οικονομικό προβάδισμα των Ρεπουμπλικανών, οι αστοχίες των δημοσκοπήσεων και η στρατηγική της «σοσιαλιστικής απειλής».

Η μάχη στη Βουλή και το περιορισμένο περιθώριο

Οι πραγματικά ανταγωνιστικές αναμετρήσεις για τη Βουλή των Αντιπροσώπων έχουν μειωθεί αισθητά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η αυξανόμενη πολιτική πόλωση και η επαναχάραξη των εκλογικών περιφερειών έχουν δημιουργήσει περισσότερες έδρες που θεωρούνται ασφαλείς για το ένα ή το άλλο κόμμα.

Οι εκτιμήσεις των αναλυτών αναφέρουν ότι μόλις 40 έως 50 από τις συνολικά 435 έδρες της Βουλής αναμένεται να κριθούν σε πραγματικά αμφίρροπες αναμετρήσεις.

Οι περισσότερες προβλέψεις συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να ανακτήσουν τον έλεγχο της Κάτω Βουλής, πιθανότατα όμως με περιορισμένη πλειοψηφία, της τάξης των 5 έως 20 εδρών. Η επίδοση αυτή θα είναι αισθητά χαμηλότερη από εκείνη του 2018, όταν το κόμμα είχε κερδίσει 41 έδρες.

Ο Μπιλ Γκάλστον, πρώην σύμβουλος του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Μπιλ Κλίντον, εκτιμά ότι ακόμη και ένα κέρδος 25 εδρών θα έδινε στους Δημοκρατικούς λειτουργική, αλλά όχι ισχυρή πλειοψηφία. Θα μπορούσαν έτσι να ελέγχουν τη Βουλή, χωρίς όμως να έχουν τα απαραίτητα περιθώρια για την προώθηση πολιτικά δύσκολων πρωτοβουλιών.

Η Γερουσία παραμένει δύσκολος στόχος

Παρά την εκτίμηση ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να αυξήσουν τις έδρες τους στη Γερουσία, η εξασφάλιση των τεσσάρων επιπλέον εδρών που απαιτούνται για πλειοψηφία 51-49 εξακολουθεί να θεωρείται δύσκολη.

Οι μεγαλύτερες ευκαιρίες για τους Δημοκρατικούς εντοπίζονται σε πολιτείες όπου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024. Ο Ντέιβιντ Γουάσερμαν, αναλυτής του Cook Political Report, επισημαίνει ότι θα πρέπει να ανατρέψουν τα δεδομένα σε πολιτείες όπου ο Τραμπ είχε εξασφαλίσει διψήφια ποσοστά διαφοράς.

Ακόμη και μια πανεθνική μετατόπιση του εκλογικού σώματος κατά 10 μονάδες υπέρ των Δημοκρατικών ενδέχεται να μην είναι αρκετή, καθώς μπορεί να εξακολουθούν να υπολείπονται κατά δύο έδρες από την πλειοψηφία.

Την ίδια ώρα, το κόμμα συναντά μεγαλύτερο ανταγωνισμό από τον αναμενόμενο σε πολιτείες που θεωρούσε ευνοϊκές, όπως το Μέιν, το Νιου Χάμσαϊρ και το Μίσιγκαν. Ο Άντριου Μπους, καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί, σημείωσε χαρακτηριστικά: «Οι Ρεπουμπλικανοί παραμένουν πολύ κοντά σε αυτές τις αναμετρήσεις».

Η συμμετοχή μπορεί να κρίνει τη διαφορά

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν υψηλότερο ενθουσιασμό μεταξύ των Δημοκρατικών ψηφοφόρων σε σχέση με τους Ρεπουμπλικανούς. Η αυξημένη, όμως, διάθεση συμμετοχής δεν εγγυάται και αντίστοιχη προσέλευση στις κάλπες.

Νέοι, Αφροαμερικανοί και ισπανόφωνοι ψηφοφόροι θεωρούνται κρίσιμες εκλογικές ομάδες για τους Δημοκρατικούς. Ιστορικά, ωστόσο, συμμετέχουν στις ενδιάμεσες εκλογές σε χαμηλότερα ποσοστά σε σύγκριση με τις προεδρικές αναμετρήσεις.

Παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει επιφυλακτικότητα απέναντι και στα δύο κόμματα, με το αυξημένο κόστος διαβίωσης να αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες δυσαρέσκειας. Εάν η συμμετοχή των συγκεκριμένων ομάδων κινηθεί χαμηλότερα από τις προβλέψεις, τα εκλογικά κέρδη των Δημοκρατικών μπορεί να είναι μικρότερα.

Τα στοιχεία της πρόωρης ψηφοφορίας δείχνουν αυξημένη κινητοποίηση των Δημοκρατικών. Οι Ρεπουμπλικανοί υποστηρίζουν, από την πλευρά τους, ότι οι ψηφοφόροι τους επιλέγουν σε μεγαλύτερο βαθμό να προσέλθουν στις κάλπες την ημέρα των εκλογών.

Καθοριστική είναι και η ηλικιακή σύνθεση του εκλογικού σώματος. Στις εκλογές του 2022, οι ψηφοφόροι άνω των 50 ετών αντιπροσώπευαν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό του εκλογικού σώματος σε σχέση με τους νεότερους, ενώ οι συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερη προτίμηση προς τους Ρεπουμπλικανούς.

Το οικονομικό προβάδισμα των Ρεπουμπλικανών

Στην τελική ευθεία της προεκλογικής εκστρατείας, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν σημαντικό οικονομικό προβάδισμα έναντι των Δημοκρατικών. Η αποτελεσματικότητα των αυξημένων δαπανών δεν θεωρείται δεδομένη, μπορεί όμως να αποδειχθεί καθοριστική στις οριακές αναμετρήσεις.

Με βάση στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής των ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικανοί διέθεταν αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια περισσότερα από τους Δημοκρατικούς, εφόσον συνυπολογιστούν τα εθνικά κομματικά όργανα και οι μεγάλες επιτροπές πολιτικής δράσης (super PACs).

Ο Ντόναλντ Τραμπ δαπάνησε περισσότερα από 277 εκατομμύρια δολάρια, κυρίως μέσω της επιτροπής MAGA Inc., για διαφημιστικές καμπάνιες και προεκλογικό υλικό με στόχο την ενίσχυση Ρεπουμπλικανών υποψηφίων σε δύσκολες αναμετρήσεις.

Σημαντική ήταν και η οικονομική συνεισφορά του διευθύνοντος συμβούλου της Tesla, Έλον Μασκ, ο οποίος διέθεσε περίπου 366 εκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια του εκλογικού κύκλου. Από αυτά, τα 276 εκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν από τον Ιούλιο και μετά για τη στήριξη Ρεπουμπλικανών υποψηφίων.

Μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν δαπανήσει 188 εκατομμύρια δολάρια περισσότερα από τους Δημοκρατικούς για διαφημίσεις στις πολιτείες που θεωρούνται κρίσιμες για τη Γερουσία, σύμφωνα με την AdImpact.

Όπως προειδοποίησε ο Άντριου Μπους, το σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα της μίας πλευράς, ιδιαίτερα όταν αξιοποιείται για την ενίσχυση υποψηφίων την τελευταία στιγμή, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό στις οριακές αναμετρήσεις.

Οι δημοσκοπήσεις δεν προσφέρουν ασφάλεια

Η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Στο παρελθόν, οι έρευνες έχουν υποτιμήσει την εκλογική απήχηση των Ρεπουμπλικανών.

Σε δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι προτιμούν τους Δημοκρατικούς για τον έλεγχο του Κογκρέσου με ποσοστό 47%, έναντι 35% για τους Ρεπουμπλικανούς.

Ωστόσο, προηγούμενες αναμετρήσεις ανέδειξαν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των δημοσκοπικών εκτιμήσεων και της πραγματικής κάλπης, ιδιαίτερα όταν ο Τραμπ βρισκόταν στο ψηφοδέλτιο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είναι υποψήφιος στις φετινές εκλογές, έχει όμως καλέσει τους υποστηρικτές του να τις αντιμετωπίσουν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος, επιδιώκοντας να ενισχύσει τη συμμετοχή της εκλογικής του βάσης.

Οι δημοσκοπήσεις είχαν υποτιμήσει την εκλογική δύναμη των Ρεπουμπλικανών το 2014, όταν το κόμμα κατέγραψε ευρεία νίκη στη Γερουσία. Στις εκλογές του 2022, αντίθετα, είχαν υποτιμήσει τις επιδόσεις των Δημοκρατικών.

Οι προηγούμενες αποκλίσεις καθιστούν δυσκολότερη την ασφαλή πρόβλεψη του αποτελέσματος. Εάν οι έρευνες υποτιμήσουν εκ νέου τη δυναμική των Ρεπουμπλικανών, τα κέρδη των Δημοκρατικών μπορεί να αποδειχθούν σαφώς μικρότερα από τα αναμενόμενα.

Η «σοσιαλιστική απειλή» στην προεκλογική ρητορική

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν τους Δημοκρατικούς ως ένα κόμμα που διολισθαίνει προς τον σοσιαλισμό και τον πολιτικό εξτρεμισμό.

Η στρατηγική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις αμφίρροπες περιφέρειες, όπου οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι μπορούν να καθορίσουν το αποτέλεσμα. Αρκετοί Δημοκρατικοί υποψήφιοι επιλέγουν πλέον να αυτοπροσδιορίζονται ως υπερήφανοι υποστηρικτές του καπιταλισμού, επιχειρώντας να απομακρύνουν τις σχετικές ανησυχίες.

Οι Ρεπουμπλικανοί αξιοποιούν τις νίκες μελών των Δημοκρατών Σοσιαλιστών της Αμερικής και άλλων προοδευτικών υποψηφίων στις προκριματικές εκλογές, προκειμένου να ενισχύσουν την εικόνα ενός κόμματος που κινείται προς τα αριστερά. Ωστόσο, λιγότεροι από 24 υποψήφιοι αυτής της πολιτικής τάσης επικράτησαν φέτος.

Ο Μπιλ Γκάλστον εκτιμά ότι η συγκεκριμένη ρητορική μπορεί να επηρεάσει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους και να αποδειχθεί αποτελεσματική σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές περιφέρειες. Οι επιθέσεις αυτές, όπως σημείωσε, ενδέχεται να περιορίσουν το προβάδισμα των Δημοκρατικών κατά μία ή δύο ποσοστιαίες μονάδες στις οριακές εκλογικές αναμετρήσεις, επηρεάζοντας ενδεχομένως την τελική κατανομή των εδρών.

Οι Δημοκρατικοί διατηρούν τη δυναμική για την ανάκτηση του ελέγχου της Βουλής, όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως και σαρωτική επικράτηση. Η γεωγραφική κατανομή των αμφίρροπων εδρών, η συμμετοχή των ψηφοφόρων, η οικονομική ισχύς των Ρεπουμπλικανών και οι αβεβαιότητες των δημοσκοπήσεων διαμορφώνουν ένα εκλογικό τοπίο στο οποίο ακόμη και μια νίκη των Δημοκρατικών μπορεί να αποδειχθεί περιορισμένη.

Reuters

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ