Οι γάτες δεν ήταν για τον Οδυσσέα Ελύτη απλώς ένα γνώριμο θέαμα στις αυλές και στα κεραμίδια. Ήταν πλάσματα που παρατηρούσε, θαύμαζε και προσέγγιζε με σεβασμό στην ανεξαρτησία τους. Τον Δεκέμβριο του 1977, γράφοντας στον Νίκο Δήμου με αφορμή το «Βιβλίο των γάτων», αυτοσυστήθηκε ως «μελετητής και συνομιλητής κεραμιδόγατων».
Στην επιστολή του αναγνώριζε στις σελίδες του Δήμου γάτες που είχε αγαπήσει και ο ίδιος, ενώ θαύμαζε τα «περήφανα και αυτάρκη πλάσματα». Μάλιστα, ομολογούσε πως ζήλευε τον συγγραφέα επειδή δεν είχε αφιερώσει κάτι ανάλογο στις γάτες. Δεν επρόκειτο για μια τυπική φιλοφρόνηση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους των γραμμάτων, αλλά για την εξομολόγηση ενός ποιητή που κατανοούσε βαθιά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.
Η σχέση αυτή περνά και στην ποίησή του, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Τα γατιά» από τη συλλογή «Τα ρω του Ερωτα». Δύο γατιά τον αγριοκοιτάζουν, φυσούν και ετοιμάζονται για καβγά, κι εκείνος αποφασίζει να τους απαντήσει στη δική τους γλώσσα: καμπουριάζει, βγάζει νύχια και νιαουρίζει. Κάτω από το φεγγάρι του Γενάρη, άνθρωπος και ζώα συμμετέχουν σε ένα απρόσμενο παιχνίδι συνύπαρξης. Ο Ελύτης δεν ζητά από τις γάτες να προσαρμοστούν στον δικό του κόσμο· μπαίνει ο ίδιος στον δικό τους.
Η γάτα εμφανίζεται και στο «Μονόγραμμα», ως σιωπηλή μάρτυρας ενός έρωτα, χωρίς να διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα, κατοικεί και στο ποιητικό σύμπαν του στενού φίλου του, Ανδρέα Εμπειρίκου. Στο «Φωτιά χωρίς δαδί», από τη συλλογή «Αι γενεαί πάσαι», η εικόνα «Γάτα στη σκάλα με χλιδή» γίνεται η αφετηρία μιας υπερρεαλιστικής ακολουθίας, όπου το ζώο συναντά τη γυναικεία μορφή και τον έρωτα. Ο Εμπειρίκος αναζητά τη μεταμόρφωση, ο Ελύτης το παιχνίδι της συνύπαρξης. Δύο διαφορετικές ποιητικές ματιές στο ίδιο ανυπότακτο πλάσμα.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο όμορφο νήμα που ενώνει τον Ελύτη με τις γάτες: τις αφήνει να υπάρχουν όπως ακριβώς είναι. Και μέσα από αυτή τη στάση θυμίζει πως η τρυφερότητα ξεκινά από τον σεβασμό στην ανεξαρτησία του άλλου – ακόμη κι αν αυτός περπατά στα κεραμίδια.

