Από τους δρόμους και τον καναπέ μέχρι την κυβέρνηση

Share

Η πολιτική σχέση των νέων με την κάλπη αλλάζει από χώρα σε χώρα. Στη Γαλλία, οι νεότερες γενιές πρωταγωνιστούν στις κοινωνικές κινητοποιήσεις και βρίσκουν πολιτική έκφραση σε συγκεκριμένους σχηματισμούς. Στη Σερβία, οι φοιτητές μετέτρεψαν το κίνημά τους σε πολιτικό φορέα και κέρδισαν τις εκλογές, ενώ στη Βραζιλία η συμμετοχή των νέων επηρέασε καθοριστικά το αποτέλεσμα.

Η εικόνα στην Ελλάδα είναι αρκετά διαφορετική. Παρότι οι νέοι εκφράζονται έντονα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δυσκολεύονται να βρουν πολιτική εκπροσώπηση και συχνά στρέφονται είτε σε «αντισυστημικές» επιλογές είτε στην αποχή. Η περιορισμένη συμμετοχή τους αποτελεί πλέον έναν δύσκολο γρίφο για κόμματα, αναλυτές και δημοσκόπους.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Χαρακτηριστική είναι η μεταβολή στην απήχηση του Αλέξη Τσίπρα. Ο πολιτικός που πριν από μία δεκαετία εξέφραζε για πολλούς νέους το αντισυστημικό ρεύμα δεν φαίνεται σήμερα να προκαλεί την ίδια δυναμική. Στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, ο τότε επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και πρωθυπουργός συγκέντρωνε ποσοστά 36%-42% στις ηλικίες 18-24 ετών και 33% στους ψηφοφόρους 25-34 ετών. Σήμερα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, μετά βίας αγγίζει το 17%-18%, ποσοστό αντίστοιχο με εκείνο που καταγράφει στον γενικό πληθυσμό.

«Στην Ελλάδα, η κοινωνία ζει ακόμα το μετατραυματικό σοκ της μνημονιακής περιόδου, που έχει οδηγήσει στη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας. Στους νέους, αυτό εκφράζεται μέσω ενός αντισυστημικού ατομικισμού, ο οποίος εκφράζει έναν – βουβό – θυμό και κατά τη γνώμη μου κυοφορεί τις εκπλήξεις των επόμενων εκλογών», υπογραμμίζει μιλώντας στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» ο πολιτικός επιστήμονας και αναλυτής Γιώργος Σεφερτζής.

Ο ίδιος εκτιμά ότι οι νέοι έχουν απομακρυνθεί από το σύνολο σχεδόν των πολιτικών κατευθύνσεων. Σε αυτό το περιβάλλον, θεωρεί ότι μεγάλο μέρος της αντισυστημικής ψήφου θα μπορούσε να κατευθυνθεί στον Ηλία Κασιδιάρη, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο θα συμμετάσχει στις εκλογές. «Αν δεν αναστραφεί σύντομα η υπάρχουσα τάση, φοβάμαι πως η Ακροδεξιά θ’ ασκήσει μεσοπρόθεσμα ένα είδος πολιτικής ηγεμονίας στον χώρο της νεολαίας» σημειώνει.

Κατά τον Γιώργο Σεφερτζή, τρεις είναι οι βασικοί λόγοι που τροφοδοτούν αυτή τη μετατόπιση: «Πρώτον, καλλιεργείται ένα αίσθημα εθνικής ταπείνωσης, που συνοδεύει τις πρόσφατες εξελίξεις στα εθνικά θέματα. Δεύτερον, απομακρύνεται διαρκώς η προοπτική των νέων να ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους. Και τρίτον, υπάρχει ο φόβος του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού λόγω των επιστημονικών επαναστάσεων (σ.σ. Τεχνητή Νοημοσύνη)».

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η σύμβουλος πολιτικής επικοινωνίας της εταιρείας Stratego, Μαρία Σωτηροπούλου. «Εχει εμπεδωθεί η αντίληψη ότι οι Millennials και η Γενιά Ζ ζούμε χειρότερα από τους γονείς μας, με βασικές συνιστώσες τα επίπεδα των μισθών και το στεγαστικό ζήτημα» λέει. Όπως εξηγεί, η κατάσταση αυτή κάνει τους νέους να αισθάνονται ότι δεν χωρούν στο σημερινό πολιτικό σύστημα. Έτσι, οι επιλογές που μένουν είναι ένα «αντισυστημικό» κόμμα ή η αποχή.

Καθοριστική είναι και η επίδραση των social media. «Πλέον, σχεδόν όλα τα κόμματα και οι πολιτικοί, ακόμα και στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, κυνηγούν το virality και την ευαισθητοποίηση των νέων μέσω των social media», αναφέρει η Μαρία Σωτηροπούλου. Όπως επισημαίνει, ο νυν Πρωθυπουργός ήταν ο πρώτος πολιτικός στην Ελλάδα που πραγματοποίησε επιτυχημένη καμπάνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το 2023, όμως πλέον όλα τα κόμματα έχουν αντιληφθεί τη δύναμή τους.

Στη Σερβία, αντίθετα, η νεανική αμφισβήτηση δεν έμεινε έξω από την πολιτική. Το κίνημα που δημιουργήθηκε μετά την τραγωδία-έγκλημα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, την 1η Νοεμβρίου 2024, οργανώθηκε μέσα από διαδοχικές ζυμώσεις και απέκτησε πολιτική έκφραση μέσω της Φοιτητικής Λίστας. Ο νέος φορέας κέρδισε πανηγυρικά τις εκλογές, αξιοποιώντας και την απόφαση των υπόλοιπων αντιπολιτευόμενων κομμάτων, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, να απέχουν. Πλέον, ετοιμάζεται να αναλάβει την εξουσία, σε ένα εγχείρημα με πρωτότυπη αφετηρία αλλά άγνωστη κατάληξη.

«Το κοινωνικό κίνημα στη Σερβία εκφράστηκε με ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα και όχι με κάποιο κόμμα της Αριστεράς όπως θα γινόταν σε περασμένες εποχές», αναφέρει η Μαρία Σωτηροπούλου. Ο Γιώργος Σεφερτζής συνδέει την εξέλιξη με την πολιτική παράδοση της χώρας, όπου «η κοινωνία ανέπτυσσε πάντα αντανακλαστικά δημιουργίας κοινοτήτων». Οι νέοι οργανώθηκαν στα λεγόμενα «πλένουμ» και μέσα από αυτές τις κοινότητες διαμορφώθηκαν οι κινήσεις που οδήγησαν στη δημιουργία της Φοιτητικής Λίστας.

Ο Ματιέ Γκαγιάρ εντάσσει τη νίκη της σερβικής νεολαίας σε ένα ευρύτερο κύμα πολιτικών ανατροπών. «Διανύουμε μια περίοδο όπου οι κυβερνώντες βρίσκονται σε μεγάλη δυσκολία και συχνά ηττώνται», αναφέρει και προσθέτει πως οι κοινωνίες αναζητούν εναλλακτικές, καθώς εντείνεται η ανησυχία για την αγοραστική δύναμη. Όπως σημειώνει, η συμμετοχή είναι το κλειδί: κερδίζουν εκείνοι που καταφέρνουν να κινητοποιήσουν πολίτες οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες θα επέλεγαν την αποχή.

Στη Γαλλία, η νεολαία εμφανίζεται περισσότερο πολιτικοποιημένη και με σαφείς προτιμήσεις. Ο 74χρονος Ζαν-Λικ Μελανσόν και η Ανυπότακτη Γαλλία βρίσκονται στην κορυφή των επιλογών των νέων, ενώ ισχυρή παρουσία έχει και η Μαρίν Λε Πεν με τον Εθνικό Συναγερμό. Δημοσκόπηση της Cluster17 δείχνει ότι το 47% των ψηφοφόρων κάτω των 35 ετών θα στήριζε τον Μελανσόν στις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Απριλίου, με τη Λε Πεν να ακολουθεί στο 22%.

Οι υποψήφιοι του Κέντρου, πάντως, δυσκολεύονται να διεκδικήσουν τη στήριξη των νεότερων. Ο Ματιέ Γκαγιάρ, διευθυντής ερευνών της εταιρείας δημοσκοπήσεων Ipsos bva, σχολιάζει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» ότι οι επιλογές των νέων επηρεάζονται κυρίως από το επίπεδο εκπαίδευσης και τον τόπο κατοικίας. «Η επιλογή των νέων ψηφοφόρων καθορίζεται κυρίως από δύο παράγοντες: το επίπεδο εκπαίδευσης και τον τόπο κατοικίας», εξηγεί και αναλύει: «Οι νέοι πτυχιούχοι στα αστικά κέντρα, που έχουν μεγαλύτερο πολιτισμικό και κοινωνικό κεφάλαιο, στηρίζουν τον Μελανσόν. Οι νέοι με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο που ζουν σε περιαστικές περιοχές ή στην επαρχία προτιμούν τη Λε Πεν».

«Η νεότητα δεν είναι παρά μία λέξη» επισημαίνει ο Γκαγιάρ, παραπέμποντας στη γνωστή ρήση του κοινωνιολόγου Πιερ Μπουρντιέ. Οι νέοι ψηφοφόροι δεν αποτελούν ένα ενιαίο σώμα, καθώς οι κοινωνικές, μορφωτικές και γεωγραφικές διαφορές επηρεάζουν τις πολιτικές τους επιλογές. Ο Μελανσόν, πάντως, καταφέρνει να τους κινητοποιεί μιλώντας για την αγοραστική δύναμη, την παιδεία, την κλιματική αλλαγή και τις κοινωνικές διακρίσεις.

«Στη Γαλλία, η νέα γενιά είναι πολιτικά περισσότερο σε εγρήγορση» σημειώνει από τη μεριά του ο Γιώργος Σεφερτζής. «Δεδομένου ότι η στη Γαλλία η νέα γενιά είναι πιο αριστερόστροφη, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν έχει αναδειχθεί σε “καθοδηγητή” των νεανικών ανησυχιών, χάρη στο ρητορικό του ταλέντο, αλλά και στην πολιτική και ιδεολογική συγκρότηση της ριζοσπαστικότητάς του», εκτιμά. «Ο Μελανσόν εμπνέει και δεν “μυρίζει” κατεστημένο στους νέους – σε αντίθεση με τους περισσότερους έλληνες πολιτικούς».

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ