Μετά από 111 χρόνια συνεχούς παρουσίας στα Εξάρχεια, το ιστορικό καφενείο «Μουριά» ετοιμάζεται να κατεβάσει οριστικά ρολά την Κυριακή. Η μίσθωση του καταστήματος δεν ανανεώθηκε και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στέκια της περιοχής περνά στην ιστορία, αφήνοντας πίσω του έντονη συγκίνηση αλλά και έναν ευρύτερο προβληματισμό για τις αλλαγές στη γειτονιά.
Το λουκέτο στη «Μουριά» παρουσιάζει σε εκτενές ρεπορτάζ του ο Guardian, με τη δημοσιογράφο Helena Smith να καταγράφει τις αναμνήσεις των θαμώνων και τη μεταμόρφωση των Εξαρχείων. Για δεκαετίες, το καφενείο αποτέλεσε σημείο συνάντησης συγγραφέων, καλλιτεχνών, ποιητών, πολιτικών, γιατρών, δικηγόρων, αλλά και ανθρώπων που συνδέθηκαν με τα κινήματα και την αντιεξουσιαστική δράση.
Στο τελευταίο Σαββατοκύριακο λειτουργίας του, παλιοί και νεότεροι πελάτες περνούν από τον χώρο για έναν τελευταίο καφέ ή ένα ποτό, αποχαιρετώντας ένα κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Θα είναι σαν να πέθανε ένας φίλος», δηλώνει στον Guardian ο συνταξιούχος δικηγόρος Νώντας Παπαγιάννης, ο οποίος επισκεπτόταν τη «Μουριά» σχεδόν καθημερινά επί 20 χρόνια.
Τη λειτουργία του καφενείου είχε αναλάβει τα τελευταία 44 χρόνια ο Χρήστος Βάνας, ανοίγοντας κάθε μέρα τις πόρτες του από τις 7 το πρωί. Ανάμεσα σε εκείνους που έζησαν από κοντά την ιστορία του είναι και ο 83χρονος ηθοποιός Στέλιος Γούτης, ο οποίος περιγράφει τη «Μουριά» ως έναν χώρο αποφόρτισης μετά τη δουλειά, όπου οι άνθρωποι συναντούσαν φίλους και άφηναν πίσω την πίεση της ημέρας. «Μια επίσκεψη εδώ είναι ο δρόμος προς τη χαλάρωση», λέει. «Είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας», προσθέτει.
Η απόφαση για το κλείσιμο προκάλεσε αντιδράσεις. Περίπου 7.500 άνθρωποι υπέγραψαν διαδικτυακή καμπάνια, ζητώντας από το υπουργείο Πολιτισμού να αναγνωρίσει το καφενείο ως προστατευόμενο χώρο πολιτιστικής κληρονομιάς, μετά την απόφαση των ιδιοκτητών του ακινήτου να μην ανανεώσουν τη μίσθωση. Ωστόσο, το υπουργείο δεν παρενέβη.
Η κόρη του ιδιοκτήτη, Αρετή Βάνα, μιλά στον Guardian για τις αλλαγές που έχουν μεταμορφώσει τα Εξάρχεια τα τελευταία χρόνια. Νέα καταστήματα με αγγλικές επιγραφές, κτίρια που μετατρέπονται σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης και επιχειρήσεις με επίκεντρο τους τουρίστες έχουν αλλάξει την εικόνα της περιοχής.
Η «Μουριά», όπως εξηγεί, επέλεξε να μείνει μακριά από τις νέες τάσεις στην εστίαση, διατηρώντας το ίδιο μενού και τις ίδιες τιμές. «Ήμασταν σαν το τελευταίο οχυρό εδώ», λέει χαρακτηριστικά. «Είναι θέμα νοσταλγίας και θα φύγουμε με το κεφάλι ψηλά», σημειώνει.
Το ρεπορτάζ συνδέει το κλείσιμο του καφενείου με τη γενικότερη αλλαγή φυσιογνωμίας των Εξαρχείων, μιας γειτονιάς που έχει ταυτιστεί με την αντίσταση, την αλληλεγγύη και τη ριζοσπαστική κουλτούρα, αλλά και με την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973. Πλέον, η περιοχή βρίσκεται στο επίκεντρο της τουριστικής ανάπτυξης και των επενδύσεων.
Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Νίκο Σουλιώτη, από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, τα Εξάρχεια είναι ίσως η μοναδική περιοχή της Αθήνας όπου μπορεί να εφαρμοστεί η έννοια της «πόλης της ανακατάκτησης». Όπως εκτιμά, οι κρατικές πολιτικές αποσκοπούν στην επιβολή κοινωνικής πειθαρχίας και ελέγχου, ενώ οι αντιδράσεις για τη «Μουριά» αποτελούν μέρος της προσπάθειας υπεράσπισης της ταυτότητας και του τρόπου ζωής της γειτονιάς.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι αντιδράσεις για την κατασκευή σταθμού μετρό στην κεντρική πλατεία των Εξαρχείων, ένα έργο που έχει προκαλέσει αντιπαραθέσεις και συνοδεύεται από αυξημένη αστυνομική παρουσία στην περιοχή.
Για τη Μαρία Τσάμπρα, παλιά θαμώνα και πρώην εργαζόμενη στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», το τέλος της «Μουριάς» δεν σημαίνει μόνο την απώλεια ενός ιστορικού χώρου συνάντησης. Σηματοδοτεί, όπως λέει, τη διαγραφή μιας συλλογικής μνήμης, στο πλαίσιο της μετατροπής της γειτονιάς σε έναν χώρο όπου κυριαρχεί το κέρδος.
«Στη Μουριά βρήκαμε ένα καταφύγιο και δεν πρόκειται να το ξεχάσουμε σύντομα», λέει, αποτυπώνοντας τη βαθιά συναισθηματική σχέση που ανέπτυξαν οι θαμώνες με το ιστορικό καφενείο.
Πηγή: The Guardian

