Η μετακίνηση του δισεκατομμυριούχου διαχειριστή hedge fund Κρις Ρόκος από το Λονδίνο στην Αθήνα, όπου σχεδιάζει να ιδρύσει γραφείο, προκάλεσε έντονη αίσθηση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Ρόκος συγκαταλεγόταν στους σημαντικότερους φορολογούμενους της χώρας, έχοντας καταβάλει πέρυσι 330 εκατομμύρια στερλίνες, σύμφωνα με τους Financial Times.
Η περίπτωσή του αποτυπώνει τον επόμενο στόχο της Αθήνας: όχι μόνο να προσελκύσει εύπορους αλλοδαπούς και τα κεφάλαιά τους, αλλά να τους πείσει να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα, μεταφέροντας μαζί τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις τους και συμβάλλοντας στη δημιουργία νέων κοινοτήτων.
Η Ελλάδα προσφέρει εδώ και χρόνια φορολογικά κίνητρα σε νέους φορολογικούς κατοίκους. Από το 2020 εφαρμόζεται το καθεστώς Non-Dom, το οποίο προβλέπει για όσους επενδύουν τουλάχιστον 500.000 ευρώ κατ’ αποκοπή ετήσιο φόρο 100.000 ευρώ για εισοδήματα από το εξωτερικό.
Παράλληλα, οι συνταξιούχοι του εξωτερικού φορολογούνται με ειδικό συντελεστή 7% για διάστημα έως και 15 ετών, ενώ εργαζόμενοι και επιχειρηματίες που μεταφέρουν τη φορολογική τους έδρα στην Ελλάδα δικαιούνται απαλλαγή 50% στον φόρο εισοδήματος.
Τα μέτρα σχεδιάστηκαν για να αντιστρέψουν το «brain drain» της οικονομικής κρίσης, να προσελκύσουν διεθνείς επαγγελματίες και να ενθαρρύνουν την εγκατάσταση ξένων εταιρειών στη χώρα. Το καλοκαίρι του 2026, μάλιστα, η κυβέρνηση μείωσε στο 5% τον φορολογικό συντελεστή στο carried interest για διαχειριστές επενδύσεων που μετακομίζουν στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι η ελληνική δομή του ταμείου δαπανά τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ ετησίως στη χώρα.
«Δεν πρόκειται για 10 ανθρώπους που απλώς ξοδεύουν πολλά χρήματα», δηλώνει ο Βασίλης Καρατζάς, σύμβουλος του Υπουργού Οικονομικών στους Financial Times. «Η προοπτική τους είναι ότι βοηθούν στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος και ενός επιχειρηματικού περιβάλλοντος που δεν υπήρχε στη χώρα».
Σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, το πρόγραμμα non-dom έχει συγκεντρώσει περίπου 500 αιτήσεις, οι μισές εκ των οποίων προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης. Στα υπόλοιπα καθεστώτα κινήτρων έχουν υποβάλει αίτηση σχεδόν 1.500 συνταξιούχοι και 10.000 στελέχη, εργαζόμενοι και επιχειρηματίες.
Η νέα στρατηγική έχει ήδη αφήσει το αποτύπωμά της στην αγορά πολυτελών ακινήτων. Στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, και ειδικότερα σε Γλυφάδα, Βούλα και Βουλιαγμένη, οι παλιές μονοκατοικίες δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε σύγχρονα συγκροτήματα με θέα στη θάλασσα, πισίνες και 24ωρη φύλαξη.
«Ζω στη Βούλα 30 χρόνια», αναφέρει η μεσίτρια Πωλίνα Μπιλλίρη, περιγράφοντας τη ραγδαία αλλαγή του αστικού τοπίου. Από την πλευρά της, η Ελένη Παπαδοπούλου από τη Γλυφάδα καταγράφει φωτογραφικά τις βίλες που εξαφανίζονται, παρομοιάζοντας τη μεταμόρφωση της περιοχής με αγώνα δρόμου.
Καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισε και το πρόγραμμα Golden Visa. Από το 2023 απαιτεί επένδυση 500.000 ευρώ, ενώ από το 2024 το όριο φτάνει τα 800.000 ευρώ στις δημοφιλέστερες περιοχές. Μέχρι τον Αύγουστο του 2026, Κινέζοι υπήκοοι κατείχαν 12.700 άδειες διαμονής επενδυτή, σχεδόν το ήμισυ του συνολικού αριθμού.
Οι τιμές των διαμερισμάτων στην Αθήνα έχουν αυξηθεί κατά 85% από το χαμηλότερο σημείο τους και το 2025 ξεπέρασαν κατά 7% το επίπεδο του 2008, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Παρά την άνοδο, η παραλιακή Αθήνα εξακολουθεί να θεωρείται σχετικά φθηνή σε σύγκριση με άλλες μεσογειακές αγορές.
Η Knight Frank υπολογίζει ότι οι τιμές στην Αθηναϊκή Ριβιέρα κυμαίνονται μεταξύ 6.000 και 10.000 ευρώ ανά τ.μ., παραμένοντας χαμηλότερες από εκείνες σε πόλεις όπως η Βαρκελώνη, η Λισαβόνα και η Ρώμη. Στα νεόδμητα πολυτελή συγκροτήματα της Βούλας και της Γλυφάδας, ωστόσο, φτάνουν τις 15.000-20.000 ευρώ ανά τ.μ., ενώ στα πλέον αποκλειστικά projects αγγίζουν τις 30.000 ευρώ.
Ενδεικτικά, διαμέρισμα 200-250 τ.μ. στο συγκρότημα Apollo Hills στη Βούλα πωλείται περίπου 2,5 εκατ. ευρώ, ενώ μονοκατοικία 500 τ.μ. στη Βουλιαγμένη διατίθεται έναντι 6,75 εκατ. ευρώ.
Στο επίκεντρο της νέας εικόνας της Ριβιέρας βρίσκεται το έργο του Ελληνικού. Όπως αναφέρει ο εμπορικός διευθυντής Άλεξ Μουλά, έχουν ήδη πωληθεί 850-900 από τις 1.300 οικιστικές μονάδες. Οι Έλληνες αγοραστές αντιπροσωπεύουν το 55%, η ομογένεια το 20-25%, ενώ οι διεθνείς αγοραστές φτάνουν το 40% από το 2023 και μετά. Το ένα τρίτο των αγοραστών σκοπεύει να καταστήσει το Ελληνικό κύρια κατοικία.
Τις ανάγκες των ξένων οικογενειών αναμένεται να καλύψει και το διεθνές σχολείο που κατασκευάζει στην περιοχή ο εκπαιδευτικός όμιλος Inspired Education. Η λειτουργία του προγραμματίζεται για τον Σεπτέμβριο του 2028.
Το μεγάλο στοίχημα, πάντως, δεν είναι μόνο η προσέλκυση των εύπορων μεταναστών, αλλά και η παραμονή τους στην Ελλάδα. Μητέρα που μετακόμισε από το Βερολίνο στη Βούλα αναφέρει στους FT ότι, παρά την υψηλή ποιότητα ζωής, το κόστος διαβίωσης είναι 20% υψηλότερο από τη Γερμανία, ενώ η γραφειοκρατία παραμένει σημαντικό πρόβλημα. «Είναι περισσότερο ένα πείραμα 3 έως 5 ετών παρά μια μόνιμη μετακόμιση», σημειώνει.
Όπως επισημαίνει η Ελίνα Φιλίππου από τη Zepos & Yannopoulos, τα φορολογικά κίνητρα από μόνα τους δεν επαρκούν: «Χρειάζονται περισσότερα καλά ακίνητα για γραφεία και κατοικίες, καθώς και περισσότερα ξένα σχολεία. Η προσέλκυση είναι μόνο το πρώτο βήμα. Το στοίχημα είναι να τους κρατήσουμε εδώ».

