Σοφία Βέμπο: Η ζωή της «Τραγουδίστριας της Νίκης» – Η ιστορία του «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά»

Share

«Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα. Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει… Σ΄ εκείνον τον πόλεμο, όλοι έδωσαν τη ζωή τους, τα μάτια τους, τα πόδια τους, τα χέρια τους, την υγεία τους. Εγώ τι έδωσα; Την φωνή μου που, καλή ή κακή, την έχω ακόμα ακέραιη και ζωντανή. Δεν μου χρωστάει λοιπόν τίποτα ούτε το ελαφρό τραγούδι ούτε η Ελλάδα. Εγώ τους χρωστάει τα πάντα γιατί αυτά με κάνανε Βέμπο».

Η Σοφία Βέμπο δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Με τη βαθιά και καθηλωτική φωνή της ύψωσε μια ολόκληρη χώρα, ταυτίστηκε με το έπος του ’40 και έγινε η «τραγουδίστρια της νίκης». Από την Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης, όπου γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1910, μέχρι την Αθήνα της Κατοχής και την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η ζωή της ήταν γεμάτη τραγούδι, αγώνα, έρωτες και μεγάλες πράξεις.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Κόρη καπνεργάτη, έπεσε στη γη σαν αστέρι και στο τέλος έγινε θρύλος. Το πραγματικό της όνομα ήταν «Σοφία Μπέμπου», όμως επέλεξε να υιοθετήσει το επίθετο «Βέμπο», κάνοντας και τις απαραίτητες νόμιμες διαδικασίες, επειδή έτσι είχε συνηθίσει να προφέρει το όνομά της το κοινό. Έφυγε από τη ζωή στις 11 Μαρτίου του 1978, σε ηλικία 68 ετών, και η κηδεία της μετατράπηκε σε πάνδημο λαϊκό συλλαλητήριο.

Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 10.00, τη στιγμή που θα συνεχιζόταν το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Ζαππείου με αναμετάδοση τραγουδιών της Σοφίας Βέμπο, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος διέκοψε τη ροή και ανακοίνωσε την επίθεση των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε αρχίσει.

Η Βέμπο τραγούδησε σατιρικά και πολεμικά τραγούδια, εμψύχωσε τους Έλληνες στρατιώτες στο ελληνοαλβανικό μέτωπο και συγκλόνισε το πανελλήνιο. Η φωνή της έγινε σύμβολο ενός ολόκληρου λαού, ενώ με τα τραγούδια της σατίριζε με θάρρος τους κατακτητές και αποδυνάμωνε τον τρόμο του πολέμου.

Ένα από τα τραγούδια που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο έπος του ’40 και ακούγεται μέχρι σήμερα στις επετείους της 28ης Οκτωβρίου είναι το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ. Ήταν το τραγούδι που εκτόξευσε την καριέρα της Βέμπο. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για τη «Ζεχρά» του 1938, με στίχους του Αιμίλιου Σαββίδη και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ, στην οποία ο Τραϊφόρος έγραψε νέους στίχους το 1940.

Λέγεται ότι στους τελευταίους στίχους του κομματιού ο Μίμης Τραϊφόρος είχε γράψει: «Αν δεν ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ». Η φράση φάνηκε σκληρή στη Βέμπο, η οποία τον έπεισε να την αλλάξει. Έτσι, έγινε: «Με της νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά».

Το τραγούδι αποτέλεσε και την αφετηρία του μεγάλου έρωτα της Σοφίας Βέμπο και του Μίμη Τραϊφόρου. Οι δυο τους αρραβωνιάστηκαν το 1942 στην Αίγυπτο, όμως όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, ο γάμος τους εμποδίστηκε από την οικογένεια της Βέμπο, η οποία ήθελε να τη στείλει στην Αμερική.

Η Βέμπο ταξίδεψε τελικά στη Νέα Ήπειρο το 1947, παρά τις προσπάθειες του Τραϊφόρου να την αποτρέψει. Εκεί αποθεώθηκε από τους ομογενείς και τους Αμερικανούς. Ο Τραϊφόρος, όμως, της έγραψε το «Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ/ να γεμίσεις με φως το φριχτό μου σκοτάδι», που σε πρώτη εκτέλεση είχε τραγουδήσει η Δανάη Στρατηγοπούλου. Συγκινημένη, η Βέμπο αποφάσισε να επιστρέψει στην αγκαλιά του.

«Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή μου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις μου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Τραϊφόρος.

«Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω».

Η Βέμπο ήταν αφόρητα ζηλιάρα. Σε ένα περιστατικό, λέγεται ότι άφησε την ορχήστρα να παίζει την εισαγωγή της «Ταμπακέρας» για να ξυλοφορτώσει μια μπαλαρίνα του θιάσου της, επειδή «υποψιαζόταν πως τα είχε με τον Μίμη της». Μια άλλη φορά, κατέβηκε από τη σκηνή, σε ένα γεμάτο θέατρο, και επιτέθηκε σε μια κοπέλα που είχε δει στο βάθος, γιατί «την φλέρταρε ο Τραϊφόρος».

Η ιστορία θέλει τη Βέμπο να κρύβεται κάποια στιγμή σε ένα καμαρίνι και να περιμένει το «παράνομο» ζευγάρι. Αστικός μύθος, βέβαια, που, αν ισχύει, επιβεβαιώνει και το χιούμορ της. Όταν βρέθηκε σε τραπέζι στην Κωνσταντινούπολη, ο Έλληνας πρόξενος τής είπε:

«Δεν ξέρω τι λες Σοφία για τον Τραϊφόρο, αλλά για να τον κρατάς τόσα χρόνια πρέπει να διαθέτει μεγάλα προσόντα».

«Α, μπα, φήμες αγαπητέ μου, φήμες…Μεγάλα προσόντα…Σιγά…Ρωτήστε και την κοπέλα που τα γνωρίζει πολύ καλά», απάντησε η Βέμπο.

Εκτεθειμένη στα πάθη της για τον Τραϊφόρο, ανήμπορη να διαχειριστεί την ένταση μεταξύ τους και τις προδοσίες του, κατέφυγε στο αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά. Οι δυο τους, πάντως, συναντιούνταν καθημερινά κρυφά στο Ζάππειο. Η Σοφία, παρότι ήταν καταξιωμένη τραγουδίστρια και συντηρούσε την οικογένειά της, ζούσε κάτω από αυστηρές οικογενειακές αρχές και δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα. Ως μεγαλύτερη, ήθελε να αποτελεί παράδειγμα για τα αδέλφια της.

Ο Τζώρτζης, η Αλίκη και ο Ανδρέας δεν τόλμησαν ποτέ να της παρουσιάσουν κάποιο δικό τους φλερτ. Χαρακτηριστικό ήταν το σχόλιο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, μουσικοσυνθέτη και δημιουργού της ελληνικής οπερέτας:

«Η είσοδος της δεσποινίδος Βέμπο εις το θέατρον είναι ένα από τα αξιοσημείωτα γεγονότα, διότι εσήλθεν εις το θέατρον, το σπίτι, η οικογένεια, το κορίτσι».

Την ίδια περίοδο, ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Πωλ Μενεστρέλ, που υπηρετούσαν μαζί τη θητεία τους, έβαλαν ελληνικούς στίχους στη μελωδία του ιταλικού τραγουδιού «Reginella Campangola». Έτσι προέκυψε το «Κορόιδο Μουσολίνι» ή «Με το χαμόγελο στα χείλη», το οποίο η Βέμπο ερμήνευσε μαζί με τον Νίκο Γούναρη και έγινε αμέσως πατριωτικός ύμνος.

«Κορόιδο Μουσολίνι,

κανείς σας δεν θα μείνει

εσύ κι η Ιταλία η πατρίδα στο η γελοία

τρέμετ’ όλοι το χακί»

Το 1941 η Βέμπο τραγούδησε το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», παρωδία του Γ. Θίσβιου πάνω στη μεγάλη προπολεμική επιτυχία του Θ. Σακελλαρίδη «Πλέκει η Βάσω τα προικιά της».

«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του

και τη σκούφια την ψηλή του

μ’ όλα τα φτερά

και μια νύχτα με φεγγάρι

την Ελλάδα πάει να πάρει

βρε τον φουκαρά!».

Η Ελλάδα γελούσε με τις μεγαλόστομες απειλές του Ντούτσε, καθώς τον φανταζόταν ως ένα κοντόχοντρο και γελοίο ανθρωπάκι. Η γελοιοποίηση του Ιταλού ηγέτη αποδυνάμωνε τον τρόμο του πολέμου, γιγάντωνε το ηθικό του στρατού και έδινε κουράγιο.

Όταν η Βέμπο τραγουδούσε το «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός», παρωδία του Γ. Θίσβιου πάνω στη μεγάλη επιτυχία «Στ’ Λαρσα βγαιν’ ο Αυγερινός», «χάλαγε ο κόσμος».

«Που ‘σαι ορέ Μπενίτο;

– Κρυμμένος στη σπηλιά

-Κατέβα παρακάτω

-Φοβάμαι τον τσολιά.

«Ντούτσε κορόιδο, τα έκανες ρόιδο αφότου φοράς το χακί

και νόμιζες τη Μεσόγειο λίμνη φασιστική

Γκάφα σου πρώτη που πίστεψες ότι η Ελλάς σκλάβα ζει, παλαβέ

και σου απάντησαν οι Έλληνες με το «Μολών Λαβέ».

Ο Μιχάλης Σουγιούλ έγραψε τον χειμώνα του 1941 το «Μας χωρίζει ο πόλεμος». Υπηρετούσε τη θητεία του και το έμαθε στη Βέμπο από το τηλέφωνο, παίζοντας ακορντεόν μέσα σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Κάθε φορά που το ερμήνευε, τα μάτια βούρκωναν, ιδιαίτερα των γυναικών που είχαν αγαπημένα πρόσωπα στο μέτωπο.

«Μας χωρίζει ο πόλεμος, μα θεριεύει η ελπίδα πως για την γλυκιά πατρίδα φεύγω τώρα εκδικητής Μας χωρίζει ο πόλεμος μ’ αν με νιώθει η ψυχή σου φέρνε με στην προσευχή σου να γυρίσω νικητής».

Η Βέμπο δεν περιορίστηκε, όμως, στο τραγούδι. Σε μια συμβολική κίνηση προσέφερε στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες. Λίγο πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, έχοντας γίνει η «τραγουδίστρια της νίκης», δέχθηκε επίθεση έξω από το θέατρο Μοντιάλ, καθώς κατευθυνόταν στο Αλάμπρα, όπου εμφανιζόταν η αδελφή της Αλίκη.

Το περιστατικό το περιέγραψε η ίδια στην αυτοβιογραφία της, η οποία δημοσιεύτηκε το 1947 σε 62 συνέχειες στην καθημερινή ελληνόφωνη εφημερίδα της Νέας Υόρκης «Εθνικός Κήρυξ»:

«Ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο. Ήταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. Επρόλαβα να φωνάξω: “Με σκότωσες, παλιάνθρωπε”. Τίποτα άλλο, λιποθύμησα».

Το επόμενο πρωί, μια βαριά φωνή τής είπε τηλεφωνικά: «Σ’ τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες. Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. Ήταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο».

Λίγο αργότερα, δύο λοχαγοί της Γκεστάπο διέκοψαν απογευματινή της παράσταση, της ζήτησαν να ντυθεί και την οδήγησαν στα ανακριτικά γραφεία. Ακολούθησαν οι φυλακές Αβέρωφ. Την ξαναπήγαν στη Γκεστάπο και την άφησαν αφού υπέγραψε χαρτί ότι δεν θα ξανατραγουδούσε πατριωτικά τραγούδια.

Η Βέμπο συμμορφώθηκε τυπικά, όμως συνέχισε να στέλνει τα μηνύματά της μέσα από τα τραγούδια. Οι Ιταλοί την κάλεσαν στη συνέχεια να σταματήσει, με σχετική ανακοίνωση. Η άδεια άσκησης του επαγγέλματός της ανακλήθηκε, όμως αργότερα τής επιστράφηκε.

Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, με τους Ιταλούς και Γερμανούς λογοκριτές δίπλα της, έδωσε παράσταση ντυμένη στα γαλανόλευκα. «Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα».

Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα, η Βέμπο φυγαδεύτηκε μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχισε να τραγουδά για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα. Παρέμεινε εκεί σχεδόν τρεισήμισι χρόνια, από το 1942 έως το 1946, δίνοντας ρεσιτάλ, ανεβάζοντας επιθεωρήσεις και ψυχαγωγώντας τις Ένοπλες Δυνάμεις. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τις εμφανίσεις της κατευθυνόταν σε εθνικούς σκοπούς.

Μετά την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία, το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής τής διέθεσε πολεμικό αεροσκάφος για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Εκείνη, όμως, ενώ η καριέρα της βρισκόταν στο ζενίθ, αποφάσισε να ταξιδέψει στην Αμερική, έπειτα από πρόσκληση του απόδημου ελληνισμού.

Στις ΗΠΑ έμεινε σχεδόν δυόμισι χρόνια, από το 1947 έως το 1949, έχοντας πάντα στο μυαλό της την επιστροφή στην πατρίδα. «Η Ελλάδα με δημιούργησε και σ’ αυτή θέλω να γυρίσω. Θέλω να τελειώσω της καριέρα μου στον τόπο που μου τα έδωσε όλα και με το παραπάνω».

Το 1949 επέστρεψε στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω δόξες και συμβόλαια, ύστερα από τιμητική πρόσκληση του Γενικού Επιτελείου Στρατού για περιοδεία στις μαχόμενες μονάδες, κατά τη μαύρη περίοδο του Εμφυλίου.

Χρόνια αργότερα, στη διάρκεια της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973, η Σοφία Βέμπο απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι δεν λύγιζε μπροστά στον φόβο. Το διαμέρισμά της βρισκόταν κοντά στο Πολυτεχνείο και εκείνη, αψηφώντας τη χούντα των συνταγματαρχών, άνοιξε την πόρτα της σε κυνηγημένα παιδιά, προσφέροντάς τους άσυλο.

Όταν η Ασφάλεια έφτασε στο κατώφλι της, είπε στον επικεφαλής:

«Εγώ δε φοβήθηκα τον Ντούτσε, δε φοβήθηκα τον Χίτλερ. Είναι δυνατόν τώρα να φοβηθώ εσάς; Είναι ποτέ δυνατόν να φοβηθώ τους δικούς μου;».

*Πληροφορίες και αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο «Σοφία Βέμπο – Τραγούδαγε την Ελλάδα κι όλη η Ελλάδα τραγουδούσε μαζί της» (εκδόσεις University Studio Press), της Κατερίνας Κ. Πετρίδου, η οποία υπήρξε προσωπική φίλη της μεγάλης ερμηνεύτριας-σύμβολο. Μέσα από την 28χρονη προσωπική της φιλία με την τραγουδίστρια, η συγγραφέας προσεγγίζει τη ζωή της ερμηνεύτριας με έναυσμα τις προσωπικές της αναμνήσεις. Στη διάθεσή της, εκτός από τις αναμνήσεις της, έχει και μια συλλογή αυθεντικών προσωπικών κειμηλίων της Σοφίας Βέμπο, παρτιτούρες, πλάκες γραμμοφώνου, βινύλια, προγράμματα θεάτρου, σπάνια χειρόγραφα, γράμματα και τηλεγραφήματα, ανέκδοτες θεατρικές και στρατιωτικές φωτογραφίες με αφιερώσεις, επιστολές και άλλα τεκμήρια.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ