Οι πρόσφατες ταραχές στη Γαλλία άνοιξαν εκ νέου τη συζήτηση για τα αίτια της κοινωνικής έκρηξης, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική εξουσία επιχειρεί να ερμηνεύσει τέτοια φαινόμενα. Στην Ελλάδα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης απέδωσε την απουσία αντίστοιχων επεισοδίων στην κυβερνητική ακρόαση των κοινωνικών ανησυχιών και στην «πικρή εμπειρία» του παρελθόντος.
«Στην Ελλάδα δεν είμαστε στο σημείο να στρέφεται ένας πολίτης εναντίον ενός άλλου ή εναντίον της περιουσίας του, δεν θα φτάσουμε εκεί που είναι τώρα η Γαλλία και δεν πρόκειται να φτάσουμε εκεί.
Πρώτον γιατί έχουμε πικρή εμπειρία από το παρελθόν, δεύτερον γιατί συνεχίζουμε να ακούμε τις ανησυχίες των πολιτών, των φοιτητών, των μαθητών. Ναι, χρειάζεται να δώσουμε περισσότερα, αλλά είμαστε μια κυβέρνηση που έχει κάνει αρκετά και με βάση τις αντοχές της χώρας κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε».
Ο Παύλος Μαρινάκης πρόσθεσε πως «όταν στην Ελλάδα ήρθαν στην εξουσία οι φίλοι των μπαχαλάκηδων, δεν έλυσαν τίποτα. Δεν θα φτάσουμε εκεί, όσο κι αν κάποιοι στην αντιπολίτευση επενδύουν στο μπάχαλο. Πρέπει να απομονώσουμε τις ακραίες φωνές που επενδύουν στο χάος και στο μπάχαλο».
Με βάση αυτή την κυβερνητική προσέγγιση, η γαλλική κρίση συνδέεται αφενός με την αδυναμία των υπευθύνων να ακούσουν εγκαίρως την κοινωνία και αφετέρου με τη δράση των λεγόμενων «μπαχαλάκηδων». Είναι, όμως, επαρκής αυτή η ερμηνεία για ένα τόσο σύνθετο και βίαιο πολιτικό φαινόμενο;
Η έννοια «μπαχαλάκηδες» ελάχιστα βοηθά στην κατανόηση των γεγονότων. Αντίθετα, λειτουργεί ως εργαλείο αποϊδεολογικοποίησης της πολιτικής συζήτησης, καθώς μετατρέπει τα πολιτικά υποκείμενα που πρωτοστατούν στις ταραχές σε ανορθολογικά άτομα, τα οποία εμφανίζονται περίπου ως περιπτώσεις που χρήζουν ψυχιατρικής περίθαλψης. Οσο ταχύτερα εξαφανιστεί αυτός ο όρος από την πολιτική ανάλυση τόσο το καλύτερο.
Δεν υπάρχουν λοιπόν «μπαχαλάκηδες»; Αυτό που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι ομάδες και άτομα με επεξεργασμένη ατζέντα, τα οποία ανήκουν στον ακροαριστερό χώρο και δρουν με βάση τις αξίες, τις πολιτικές πρακτικές και τη μεθοδολογία του. Υπό αυτή την έννοια, η δράση τους είναι ορθολογική, καθώς υπακούει στις δικές τους αξίες και επιδιώξεις.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και ο γάλλος πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, ο οποίος επικαλέστηκε εμπιστευτικές εκθέσεις που έκαναν λόγο για πρωταγωνιστικό ρόλο κινημάτων της Ακρας Αριστεράς. Σύμφωνα με τις εκθέσεις, στην ατζέντα τους βρισκόταν η παρεμπόδιση των προεδρικών εκλογών του Απριλίου.
Από την άλλη, ούτε η αναφορά σε «ακραίες φωνές» που «επενδύουν στο χάος και το μπάχαλο» προσθέτει πολλά στην ανάλυση. Το «χάος» και το «μπάχαλο» δεν είναι αυτοσκοπός. Αποτελούν μέσα που χρησιμοποιούν οι συγκεκριμένες ομάδες για να υπονομεύσουν την τάξη και την ασφάλεια των πολιτών, δηλαδή τις βασικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ενός οικονομικού συστήματος που στηρίζεται στην ιδιοκτησία.
Το πολιτικό αποτέλεσμα των επεισοδίων παραμένει, πάντως, ανοιχτό. Για τους περισσότερους αναλυτές, οι μεγάλοι κερδισμένοι είναι ο Μελανσόν και η Λε Πεν, οι οποίοι, σύμφωνα με τον τίτλο ενός άρθρου, «θα πρέπει να τρίβουν τα χέρια τους».
Υπάρχει, ωστόσο, και η αντίθετη εκτίμηση: ότι οι ταραχές μπορεί τελικά να ευνοήσουν τον Μακρόν. Με τη Λε Πεν πολύ μπροστά στις δημοσκοπήσεις, οι καταστροφές που βίωσε η γαλλική κοινωνία και το κλίμα φόβου που δημιουργήθηκε ενδέχεται να βοηθήσουν τον υποψήφιο του κόμματος του Μακρόν να επικρατήσει έναντι του Μελανσόν και να περάσει στον δεύτερο γύρο, όπου όλα είναι πιθανά.
Στον πρώτο γύρο, το βασικό όπλο θα είναι ο φόβος απέναντι στην Ακρα Αριστερά. Στον δεύτερο, ο φόβος απέναντι στην Ακρα Δεξιά.
Ο Τάκης Μίχας είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας

