Η πιθανή ουκρανική εμπλοκή στο βόρειο Μάλι ανοίγει ένα νέο, ιδιαίτερα επικίνδυνο μέτωπο στον ανταγωνισμό του Κιέβου με τη Μόσχα. Σύμφωνα με πληροφορίες, περίπου 15 Ουκρανοί ειδικοί στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη φέρονται να υποστηρίζουν τους αντάρτες Τουαρέγκ, οι οποίοι πολεμούν τη στρατιωτική κυβέρνηση του Μπαμάκο και τους Ρώσους συμμάχους της.
Οι πληροφορίες, που προέρχονται από έρευνα του CNN η οποία δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο, μεταδόθηκαν από τη Deutsche Welle. Η γερμανική υπηρεσία, ωστόσο, διευκρινίζει ότι δεν έχει επαληθεύσει ανεξάρτητα τους ισχυρισμούς για εκπαίδευση στη χρήση drones, επιχειρησιακό σχεδιασμό και εξ αποστάσεως υποστήριξη αποστολών.
Guerra Rusia-Ucrania también en África: la peligrosa apuesta de Kiev
Especialistas ucranianos en drones estarían apoyando a rebeldes tuareg que luchan junto a yihadistas contra el gobierno militar de Mali y las fuerzas rusas. Una alianza arriesgada. (md)
— DW Español (@dw_espanol) October 26, 2026
Η υπόθεση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της σχέσης του Απελευθερωτικού Μετώπου του Αζαουάντ (FLA), που επιδιώκει την ανεξαρτησία ή την ευρεία αυτονομία του βόρειου Μάλι, με την τζιχαντιστική οργάνωση Jama’at Nusrat al-Islam wal Muslimeen (JNIM), η οποία συνδέεται με την Αλ Κάιντα.
Το FLA και η JNIM έχουν ως κοινό αντίπαλο τη στρατιωτική κυβέρνηση του Μπαμάκο και τις ρωσικές δυνάμεις που τη στηρίζουν, οι στόχοι τους όμως διαφέρουν. Οι Τουαρέγκ επιδιώκουν τον διαχωρισμό του βόρειου Μάλι, ενώ η JNIM θέλει να επιβάλει αυστηρή ισλαμική διακυβέρνηση.
Η συνεργασία των δύο πλευρών έχει τις ρίζες της σε προηγούμενες εξεγέρσεις. Μετά την ανατροπή και τη δολοφονία του Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη, τον Οκτώβριο του 2011, ένοπλοι Τουαρέγκ επέστρεψαν στο Μάλι και αναζωπύρωσαν τον αγώνα για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Στην πορεία, οι αυτονομιστικές επιδιώξεις συνδέθηκαν με ισλαμιστικά κινήματα. Ο σημερινός ηγέτης της JNIM, Ιγιάντ Αγ Γκάλι, είχε συμμετάσχει στην εξέγερση των Τουαρέγκ πριν στραφεί στον τζιχαντισμό.
Η Μάρτα Ολιίνικ-Ντομότσκο, συντονίστρια του Προγράμματος Αφρικανικών Σπουδών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Κιέβου-Μοχύλα, χαρακτηρίζει τη σχέση των δύο οργανώσεων τακτική και συγκυριακή, με βασικό στόχο την αντιμετώπιση ενός κοινού εχθρού. Όπως εξηγεί στη Deutsche Welle, δεν πρόκειται για συνολική πολιτική ή στρατιωτική σύμπραξη, καθώς οι δύο πλευρές έχουν συνεργαστεί και στο παρελθόν, αλλά στη συνέχεια ήρθαν σε ρήξη.
Μια πιθανή ουκρανική υποστήριξη προς το FLA δεν αποδεικνύει από μόνη της άμεση στήριξη προς την JNIM. Η τζιχαντιστική οργάνωση θα μπορούσε, όμως, να επωφεληθεί έμμεσα, εάν οι δύο ομάδες πραγματοποιούν κοινές επιχειρήσεις ή εάν η τεχνογνωσία και ο εξοπλισμός που θα αποκτήσουν οι αντάρτες αξιοποιηθούν και από τους συμμάχους τους.
Το ενδιαφέρον του Κιέβου για το Μάλι εντάσσεται στην προσπάθεια περιορισμού της διεθνούς επιρροής της Ρωσίας, ακόμη και πέρα από το ευρωπαϊκό πεδίο του πολέμου. Η Μάρτα Ολιίνικ-Ντομότσκο ανέφερε ότι βασικός στόχος της Ουκρανίας είναι να αποδυναμώσει τη ρωσική επιρροή διεθνώς, καθώς η υποχώρηση της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας θα μπορούσε να περιορίσει και τις οικονομικές ευκαιρίες που τη συνοδεύουν.
Το Μάλι απομακρύνθηκε από τους δυτικούς εταίρους του μετά τα στρατιωτικά πραξικοπήματα του 2020 και του 2021 και ενίσχυσε τους δεσμούς του με τη Ρωσία. Η παρουσία της ρωσικής παραστρατιωτικής οργάνωσης Wagner αντικαταστάθηκε το 2025 από το Africa Corps, στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στην Αφρική.
Ο Ουλφ Λέσινγκ, πρώην επικεφαλής του προγράμματος για το Σαχέλ του Ιδρύματος Konrad Adenauer στο Μάλι, δήλωσε στη Deutsche Welle ότι η Ρωσία εξακολουθεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην αφρικανική ήπειρο. Όπως ανέφερε, έχει λάβει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες το Africa Corps συνεχίζει να χρησιμοποιεί τη Συρία και τη Λιβύη ως ενδιάμεσους σταθμούς για πτήσεις από τη Ρωσία, μεταξύ άλλων για ανεφοδιασμό και φόρτωση υλικού με προορισμό επιχειρήσεις στην Αφρική.
Οι υποψίες για ουκρανική παρουσία στο Μάλι είχαν διατυπωθεί και στο παρελθόν. Τον Ιούλιο του 2024, υπήρξαν αναφορές για πιθανή συμμετοχή της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών (HUR) σε ενέδρα εναντίον Ρώσων μαχητών της Wagner κοντά στην Τινζαουατέν, στο βόρειο Μάλι.
Ο εκπρόσωπος της HUR, Αντρίι Γιούσοφ, είχε δηλώσει τότε ότι οι αντάρτες Τουαρέγκ είχαν λάβει τις πληροφορίες που χρειάζονταν για να πραγματοποιήσουν την επίθεση, χωρίς να επιβεβαιώσει άμεση ουκρανική συμμετοχή. Η Ουκρανία είχε αρνηθεί ότι ενεπλάκη απευθείας.
Νέα συζήτηση προκάλεσε ανάρτηση του Κιρίλο Μπουντάνοφ, πρώην επικεφαλής της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών και νυν επικεφαλής του γραφείου του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Στις 7 Σεπτεμβρίου, ο Μπουντάνοφ έγραψε ότι οι ουκρανικές υπηρεσίες πληροφοριών προστατεύουν τα συμφέροντα της χώρας σε ολόκληρο τον κόσμο, από τη Ρωσία έως την Αφρική και την Ανταρκτική. Δεν αναφέρθηκε, ωστόσο, ειδικά στο Μάλι ούτε επιβεβαίωσε κάποια συγκεκριμένη επιχείρηση.
Η Deutsche Welle αναφέρει ότι απευθύνθηκε στην HUR, ζητώντας διευκρινίσεις για πιθανή ανάπτυξη προσωπικού στο Μάλι, την έγκριση μιας τέτοιας αποστολής από την πολιτική ηγεσία και τα μέτρα που θα απέτρεπαν την έμμεση ενίσχυση τζιχαντιστικών οργανώσεων. Συγκεκριμένη απάντηση δεν δόθηκε, ενώ εκπρόσωπος της υπηρεσίας ανέφερε ότι ενδέχεται να δοθούν πληροφορίες αργότερα.
Την ίδια ώρα, το Μάλι, ο Νίγηρας και η Μπουρκίνα Φάσο, οι οποίες κυβερνώνται από στρατιωτικές ηγεσίες, κατηγορούν την Ουκρανία ότι υποστηρίζει ένοπλες οργανώσεις και απειλεί την εδαφική τους ακεραιότητα. Οι τρεις χώρες έχουν διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις τους με το Κίεβο και έχουν ενισχύσει τη συνεργασία τους με τη Μόσχα.
Τον Σεπτέμβριο, ο υπουργός Εξωτερικών του Μάλι, Αμπντουλαγέ Ντιόπ, κατηγόρησε την Ουκρανία ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών ότι παρέχει ανοιχτή υποστήριξη σε τρομοκρατικές και άλλες εγκληματικές ομάδες, με στόχο να υπονομεύσει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP), δεν παρουσίασε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του.
Η Ρωσία και οι σύμμαχοί της στην περιοχή έχουν συμφέρον να παρουσιάζουν το Κίεβο ως παράγοντα αποσταθεροποίησης, ενώ η Ουκρανία επιχειρεί να οικοδομήσει σχέσεις με αφρικανικές χώρες στη βάση ισότιμων συνεργασιών. Η ιστορικός Ιρίνα Φιλάτοβα, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του ΚουαΖούλου-Νατάλ στη Νότια Αφρική, θεωρεί πιθανή την ουκρανική υποστήριξη προς τους Τουαρέγκ, χωρίς να διαθέτει ανεξάρτητα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την εμπλοκή.
Η ίδια προειδοποιεί ότι μια συνεργασία με αυτονομιστές θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση πως το Κίεβο παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών. Για την Ουκρανία, μια περιορισμένη αποστολή ειδικών θα μπορούσε να αποτελέσει σχετικά χαμηλού κόστους τρόπο άσκησης πίεσης στα ρωσικά συμφέροντα εκτός Ευρώπης, ενισχύοντας τις δυνατότητες των τοπικών μαχητών στη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών και υποχρεώνοντας τη Μόσχα να διαθέσει περισσότερους πόρους στην Αφρική.
Το πολιτικό κόστος, ωστόσο, ενδέχεται να αποδειχθεί σημαντικό. Εάν η Ουκρανία συνδεθεί με μια αυτονομιστική οργάνωση που συνεργάζεται με τζιχαντιστές, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με κατηγορίες για έμμεση ενίσχυση εξτρεμιστικών ομάδων και παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του Μάλι.
Προς το παρόν, η έκταση της ουκρανικής εμπλοκής παραμένει ασαφής. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν το Κίεβο μπορεί να περιορίσει τη ρωσική παρουσία στην Αφρική χωρίς να υπονομεύσει την προσπάθειά του να αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης με τις χώρες της ηπείρου.

