Οι προειδοποιήσεις της Moody’s και της Berenberg για τη Γαλλία και ο ρόλος της ΕΚΤ

Share

Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011 βρίσκεται η διαφορά μεταξύ των αποδόσεων των γαλλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων, καθώς οι επενδυτές ζητούν ολοένα και υψηλότερα ασφάλιστρα για να δανείσουν τη Γαλλία. Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων έχουν ξεπεράσει το 5%, σε μια ένδειξη της αυξανόμενης ανησυχίας για την πορεία των δημόσιων οικονομικών της χώρας.

Το spread έχει διπλασιαστεί μέσα σε μόλις δύο μήνες, με τον ρυθμό διεύρυνσης να θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητικός. Η Γερμανία αντιμετωπίζεται ως η ασφαλέστερη επενδυτική επιλογή στην Ευρώπη, ενώ η Γαλλία βλέπει τα προβλήματά της να αλληλοτροφοδοτούνται, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός αυτοτροφοδοτούμενου ντόμινο.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Moody’s προειδοποιεί ότι η Γαλλία χρειάζεται «σημαντική και με διάρκεια δημοσιονομική προσπάθεια» για να σταθεροποιήσει το μεγάλο βάρος χρέους. Ο οίκος αξιολόγησης δεν προχώρησε την Παρασκευή σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη, διατηρώντας στάση αναμονής, ωστόσο οι προοπτικές παραμένουν αρνητικές.

Η Moody’s διατηρεί τη Γαλλία εντός της επενδυτικής βαθμίδας, σε ελαφρώς υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τους Fitch και S&P, οι οποίοι υποβάθμισαν τη χώρα το 2025.

Το πολιτικό αδιέξοδο, ενόψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου-Μαΐου του 2027, δυσκολεύει την τρέχουσα κυβέρνηση να εγκρίνει έναν προϋπολογισμό που θα μπορούσε να περιορίσει, έστω και οριακά, το δημοσιονομικό έλλειμμα το επόμενο έτος. Την ίδια ώρα, συνεχίζονται οι διαμαρτυρίες για το κόστος ζωής, ενώ ενισχύεται η πιθανότητα δημοσιονομικής σύσφιξης μέσω περικοπών δαπανών ή αυξήσεων φόρων, όπως σχολίαζαν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης.

«Η διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού για το 2027 συμπίπτει με ορισμένες από τις πιο εκτεταμένες κοινωνικές διαμαρτυρίες που έχει βιώσει η Γαλλία εδώ και πολλά χρόνια», ανέφερε ο οίκος Moody’s στη σχετική ανακοίνωση για την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας.

Η Berenberg εκφράζει από την πλευρά της φόβους ότι η κρίση στη Γαλλία μπορεί να επιδεινωθεί το επόμενο διάστημα. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η χώρα είναι μεγαλύτερη και βρίσκεται σε πολύ λιγότερο απελπιστική δημοσιονομική κατάσταση από εκείνη στην οποία βρισκόταν η περιφέρεια της Ευρωζώνης το 2010. Το τραπεζικό της σύστημα φαίνεται να διαθέτει επαρκή κεφαλαιακή βάση, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις της μπορούν να δανείζονται με προσιτά επιτόκια.

Σε περίπτωση περαιτέρω επιδείνωσης, η ΕΚΤ θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα διαθέσιμα εργαλεία της, όπως το «Μέσο Προστασίας Μετάδοσης» κρίσεων (Transmission Protection Instrument – TPI), προκειμένου να θωρακίσει άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, από τον κίνδυνο επέκτασης της κρίσης.

Επειδή «η ΕΚΤ δεν έχει ούτε την εντολή ούτε τη διάθεση να χρηματοδοτήσει τις δημοσιονομικές αστοχίες της Γαλλίας (…) θα στηρίξει τη Γαλλία μόνο εάν το Παρίσι επιστρέψει σε πιο βιώσιμες πολιτικές. Υπό όρους στήριξη: Όπως έδειξε η κρίση του ευρώ, η βοήθεια εντός της Ευρωζώνης συνοδεύεται από προϋποθέσεις. Η νυν πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προστάτευε τη Λεπέν από τις πιέσεις των αγορών. Όπως και ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, αποτελεί εδώ και καιρό σφοδρή πολιτική αντίπαλο της Λεπέν. Το ίδιο θα ίσχυε και για τον διάδοχο της Λαγκάρντ, ο οποίος θα έπρεπε επίσης να εγκριθεί από τον Μακρόν», αναφέρει η Berenberg.

Αν το Παρίσι αλλάξει πορεία, μια απλή δήλωση της ΕΚΤ ότι η Γαλλία είναι πλέον επιλέξιμη για το TPI πιθανότατα θα αρκούσε για να επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, χωρίς να χρειαστεί η κεντρική τράπεζα να προχωρήσει σε αγορές γαλλικών ομολόγων.

«Πέρα από τις πιθανές επιπτώσεις των υψηλότερων τιμών ενέργειας στην Ευρωζώνη, μια σταδιακά κλιμακούμενη κρίση στη Γαλλία κατά τους επόμενους μήνες αποτελεί μέρος της πρόβλεψής μας ότι η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη θα επιβραδυνθεί, περιοριζόμενη σε μόλις 0,2% σε τριμηνιαία βάση, για το διάστημα από το τέταρτο τρίμηνο του 2026 έως το δεύτερο τρίμηνο του 2027.

Αυτό αναμένεται να οδηγήσει την ΕΚΤ σε στάση αναμονής το επόμενο έτος, μετά από μια αύξηση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο του 2026. Εάν η γαλλική κρίση κλιμακωθεί σοβαρά –ενδεχόμενο που θεωρούμε πιθανό, αλλά όχι (ακόμη) επικρατέστερο σενάριο– το πλήγμα στην ανάπτυξη θα μπορούσε να είναι πολύ πιο βαρύ. Ωστόσο, μια τέτοια κρίση θα ήταν πιθανότατα βραχύβια. Όποιος κι αν κυβερνά τη Γαλλία εκείνη τη στιγμή, δεν θα έχει άλλη ρεαλιστική επιλογή από το να προχωρήσει στις απαραίτητες αλλαγές για τον άμεσο τερματισμό. Μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση θα αποτελούσε τη χειρότερη δυνατή αρχή για τη θητεία οποιουδήποτε στη θέση του νέου Γάλλου προέδρου», καταλήγει η Berenberg.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ