Στα 74 του χρόνια, ο κ. Νίκος δίνει καθημερινά μάχη για τα απολύτως απαραίτητα. Ξυπνά στις πέντε το πρωί, περπατά για ώρες μοιράζοντας φυλλάδια και προσπαθεί να συγκεντρώσει λίγα ευρώ για τα φάρμακά του και ένα πιάτο φαγητό. Τα βράδια, όμως, δεν επιστρέφει σε κάποιο σπίτι. Κοιμάται μέσα στο αυτοκίνητό του.
Από τον Φεβρουάριο, ο ηλικιωμένος άνδρας περνά τις νύχτες μόνος, μακριά από τη σύζυγο και τα δύο του παιδιά. Η οικογένειά του έχει βρει προσωρινά καταφύγιο σε φιλικό σπίτι, καθώς ο ίδιος δεν μπορεί να τους υποβάλει στις συνθήκες μέσα στις οποίες ζει.
«Σε ένα φιλικό σπίτι (μένει η σύζυγός του). Δεν μπορώ να τη βάλω να ζήσει μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρει. Το καλοκαίρι ήταν ένας φούρνος μέσα στο αυτοκίνητο και σήμερα που είναι χειμώνας το πρωί έχει μια υγρασία λες και το έχεις στείλει στο πλυντήριο το αυτοκίνητο και πονάνε τα κόκαλα όλα».
Το αυτοκίνητο είναι πλέον το μοναδικό του καταφύγιο. Εκεί κοιμάται, εκεί ξυπνά και προσπαθεί να χωρέσει τα ελάχιστα υπάρχοντά του, μαζί με ό,τι απέμεινε από τη ζωή που είχε χτίσει.
«Και από τότε ζω σε ένα αυτοκίνητο, σε μια άθλια φυσικά κατάσταση. Έχω πάει και σε δομή και μάλιστα έχω πάει σε ένα εδώ στο, στο Ίλιον, το οποίο με δέχονται μόνο την ημέρα να κάνω ένα μπάνιο και να πλύνω τα ρούχα. Ενώ υπήρχε ελεύθερη κλίνη δεν με δέχτηκαν».
Ο φόβος είναι καθημερινός, τόσο για τις καιρικές συνθήκες όσο και για την ασφάλειά του. Οι πίσω πόρτες του αυτοκινήτου δεν κλειδώνουν, ενώ ο ίδιος ανησυχεί ακόμη και μήπως κάποιος θεωρήσει το όχημα εγκαταλελειμμένο και το απομακρύνει.
«Ακόμη και εδώ που έχω το αυτοκίνητο σε ένα κατάστημα δίπλα που με βλέπει, της έχω πει λέω: ‘Αν έρθει κάποιος να το πάρει λέω, πες του ότι δεν είναι εγκαταλελειμμένο το αυτοκίνητο’. Είναι μια περιοχή που και νεαροί περνάνε. Τι να κάνεις; Οι πόρτες πίσω δεν τις κλείνω γιατί έχει τελειώσει η μπαταρία. Υπάρχει πάντοτε κίνδυνος να συμβεί κάτι».
Το σπίτι του είχε αποκτηθεί με στεγαστικό δάνειο, το οποίο, όπως αναφέρει, εξυπηρετούσε κανονικά μέχρι να κλείσει η επιχείρηση όπου εργαζόταν και να χάσει τη δουλειά του. Τα προβλήματα υγείας και η οικονομική πίεση που ακολούθησαν τον οδήγησαν τελικά στην απώλεια της κατοικίας του, αλλά και των αναμνήσεων μιας ολόκληρης ζωής.
Παρά την ηλικία του, συνεχίζει να εργάζεται για να επιβιώσει. Περπατά καθημερινά έξι ώρες, διανύοντας ακόμη και 20 με 25 χιλιόμετρα, με αντάλλαγμα λίγα μόλις ευρώ.
«Περπατάω 20 με 25 χιλιόμετρα για να πάρω 15 με 16 ευρώ και να βγάλω τα φάρμακά μου και την ανάγκη να πάω να φάω κάτι».
Όταν τα χρήματα δεν επαρκούν, προσπαθεί να ξεγελάσει την πείνα του με λίγο νερό. Στη δομή μπορεί να βρει ένα στοιχειώδες γεύμα, ενώ κάποιες φορές αγοράζει μια τυρόπιτα ή ένα κουλούρι.
«Εάν δεν προλάβω στη δομή θα πάρω κάποια τυρόπιτα ή κάνα κουλούρι και νεράκι για να φουσκώσω».
Το μεσημέρι, η δομή προσφέρει σάντουιτς, μπανάνα και χυμό. Το βράδυ, ο κ. Νίκος τρώει μόνο αν έχει περισσέψει φαγητό, καθώς προτεραιότητα έχουν όσοι φιλοξενούνται εκεί.
«Υπάρχει μεσημεριανό που δίνουνε σάντουιτς, μια μπανάνα, ένα χυμό. Όποτε πάω μου το δίνουνε και το βράδυ αν περισσεύει παίρνω γιατί προηγούνται αυτοί που μένουν μέσα. Δεν μπορώ ψυχολoγικά σήμερα πλέον».
Οι συνθήκες μέσα στο αυτοκίνητο ήταν δύσκολες ακόμη και το καλοκαίρι, όταν η ζέστη τον ανάγκαζε να περνά ώρες έξω, σε ένα παγκάκι.
«Το πιστεύετε ότι έβγαινα έξω για να μην είμαι μέσα στο φούρνο; Καθόμουνα σε παγκάκι».
Με τον χειμώνα να κάνει ακόμη πιο σκληρές τις νύχτες του, έχει φτάσει στο σημείο να καταγράφει σε ένα χαρτί τα τηλέφωνα ανθρώπων που θα πρέπει να ειδοποιηθούν αν του συμβεί κάτι.
«Έχω γράψει σε ένα χαρτί τα τηλέφωνα των ανθρώπων που πρέπει να ενημερωθούν αν πάθω κάτι»
«Έχω γράψει σε ένα χαρτί, σε ένα μπλοκάκι τα τηλέφωνα των ανθρώπων που πρέπει να ενημερωθούν αν πάθω κάτι».
Η διαδικασία του πλειστηριασμού τον λύγισε ψυχολογικά. Μιλά για μια περίοδο κατά την οποία η σκέψη να κάνει κακό στον εαυτό του πέρασε από το μυαλό του, ενώ περιγράφει και την προσπάθειά του να αντιμετωπίσει την απόγνωση με το αλκοόλ.
«Στον πρώτο πλειστηριασμό, εάν δεν σκεφτόμουν τη σύζυγό μου και τα παιδιά μου, θα είχα κάνει κακό στον εαυτό μου. Και δεν το λέω για να με λυπηθεί ο κόσμος. Μη νομίζετε ότι έχει φύγει από το μυαλό μου εντελώς αυτό το πράγμα. Το να κάθεσαι να πίνεις, να αναγκαστείς να πίνεις κρασί για να ξεχαστείς και να ζεσταθείς δεν είναι λύση και αυτό».

