Στη βαθμίδα «BBB», με σταθερές προοπτικές (stable outlook), διατήρησε η S&P Global Ratings την αξιολόγηση του ελληνικού αξιόχρεου, εκτιμώντας ότι η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και τα δημόσια οικονομικά να βελτιώνονται, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές πιέσεις.
Η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική, με βασικούς μοχλούς τον τουρισμό και τις επενδύσεις. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι περίπου 2% το πρώτο τρίμηνο, γεγονός που δείχνει περιορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης μετά το ξέσπασμα του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν.
Οι εισερχόμενοι ταξιδιώτες αυξήθηκαν κατά 14,7% έως τον Ιούνιο, ενώ η επενδυτική δραστηριότητα ενισχύεται από έργα που συνδέονται με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Παράλληλα, ισχυρές παραμένουν οι επιδόσεις των εξαγωγών αγαθών, αντισταθμίζοντας μέρος των πιέσεων που δέχεται η κατανάλωση των νοικοκυριών από το ενεργειακό σοκ.
Σημαντική είναι και η εικόνα στην αγορά εργασίας. Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών, ενισχύοντας την εκτίμηση ότι τα νοικοκυριά βρίσκονται σε πιο σταθερή βάση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Η Ελλάδα υπέβαλε στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 τα δύο τελευταία αιτήματα πληρωμής από τον RRF. Εφόσον εγκριθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα σηματοδοτήσουν την ολοκλήρωση και των 376 οροσήμων και στόχων, καθώς και την πλήρη εκταμίευση των 35,95 δισ. ευρώ που έχουν κατανεμηθεί στη χώρα κατά την πενταετή διάρκεια του σχεδίου.
Η S&P προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με μέσο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2027–2029. Η εκτίμηση στηρίζεται στη συνέχιση των επενδύσεων, στην πιθανή περαιτέρω βελτίωση της αγοράς εργασίας και στην αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών πόρων μετά την ολοκλήρωση του RRF. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αναμένεται να φτάσει τα 35.100 δολάρια το 2029, περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, έναντι 47% το 2019.
Ο οίκος εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους το 2026. Τα στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι η εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού βρίσκεται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, χάρη στις υψηλές τουριστικές εισπράξεις, στην αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ, στη μείωση της ανεργίας και στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, η S&P προβλέπει για φέτος πλεόνασμα 0,8% του ΑΕΠ στο ενοποιημένο δημοσιονομικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης, με πρωτογενές πλεόνασμα 3,8%. Η επίδοση αυτή είναι περίπου κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ υψηλότερη από τον αρχικό κυβερνητικό στόχο, παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τις προβλέψεις του προϋπολογισμού και αναμένεται αύξηση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους.
Ο οίκος αναθεώρησε προς τα πάνω και τις προβλέψεις του για τα επόμενα χρόνια, επικαλούμενος το ιστορικό της Ελλάδας στην υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων, ακόμη και σε περιόδους εξωτερικών και γεωπολιτικών κλυδωνισμών. Για την περίοδο 2027–2029 προβλέπει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα κατά μέσο όρο 0,2% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,2%.
Η δημοσιονομική εξυγίανση αναμένεται να συνεχίσει να μειώνει το καθαρό δημόσιο χρέος. « Εκτιμούμε ότι το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας, μετά την αφαίρεση των ρευστών περιουσιακών στοιχείων, θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του τρέχοντος έτους, παρουσιάζοντας βελτίωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το τέλος του 2019. Η προσδοκία μας για συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σε συνδυασμό με τη διατηρήσιμη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, στηρίζει την πρόβλεψή μας ότι ο λόγος αυτός θα υποχωρήσει περαιτέρω, στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029», αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης».
Το καθαρό χρέος της Ελλάδας είχε κορυφωθεί στο 192% του ΑΕΠ το 2020, ωστόσο έκτοτε ακολουθεί σταθερά πτωτική πορεία. Για το 2026 προβλέπεται να υποχωρήσει στο 123% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από το αντίστοιχο ποσοστό της Ιταλίας, το οποίο εκτιμάται στο 132%. Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται τα σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, τα οποία αναμένεται να ανέλθουν στα 33 δισ. ευρώ, ή στο 12,4% του ΑΕΠ, στο τέλος του έτους.
Παρά το υψηλό επίπεδο του χρέους, η S&P χαρακτηρίζει ευνοϊκό το προφίλ του. Η σταθμισμένη μέση διάρκεια έως τη λήξη ανέρχεται σε περίπου 18,3 έτη, το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις συμφωνίες ανταλλαγής (swaps) διαμορφώνεται μόλις στο 1,9%, ενώ η χώρα διαθέτει ισχυρή προστασία έναντι νέων μεταβολών των επιτοκίων.
«Αναμένουμε οικονομική ανάπτυξη με ευρεία βάση, στηριζόμενη σε υποστηρικτική δημοσιονομική στάση. Δεν αναμένουμε μεγάλη επιβράδυνση της επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς οι κυβερνητικές πιστώσεις προς το επενδυτικό πρόγραμμα συνέχισαν να αυξάνονται όσο διευρυνόταν ο δημοσιονομικός χώρος. Επιπλέον, παρότι οι πληρωμές του RRF θα ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026, οι δαπάνες για τα έργα θα συνεχιστούν και το 2027 και το 2028, ιδίως για όσα χρηματοδοτούνται με δάνεια και περιλαμβάνουν συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα. Στη συνέχεια αναμένουμε αυξημένη αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων. Καθώς η Ελλάδα είναι η χώρα με το τρίτο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ, αναμένουμε ότι θα εξακολουθήσει να αποτελεί σημαντικό αποδέκτη αυτών των πόρων», αναφέρει ο οίκος αξιολόγησης.
Η S&P επισημαίνει, πάντως, ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα και στην αγορά εργασίας έχουν προχωρήσει, όμως η πρόοδος στις αγορές προϊόντων παραμένει πιο περιορισμένη, όπως και σε τομείς που αφορούν τις αντιλήψεις για τη διαφθορά.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δημογραφική εικόνα. Ο πληθυσμός της χώρας έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 6% από το υψηλότερο επίπεδό του το 2011, λόγω της υποχώρησης των γεννήσεων και του κύματος μετανάστευσης που ακολούθησε την κρίση χρέους. Η Ελλάδα είναι πλέον η τέταρτη γηραιότερη χώρα της ΕΕ, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι έως το 2050 θα έχει το υψηλότερο ποσοστό πολιτών άνω των 65 ετών μεταξύ των κρατών-μελών.
Η δυσμενής αναλογία εξαρτώμενου πληθυσμού αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Ωστόσο, προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη δημοσιονομική έκθεση του κράτους μέσω σημαντικών αλλαγών στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Οι πιο πρόσφατες φορολογικές μεταρρυθμίσεις μείωσαν τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες, χωρίς ακόμη να είναι σαφές αν θα συμβάλουν σε ουσιαστική αύξηση του χαμηλού ποσοστού γεννήσεων.
Σε πολιτικό επίπεδο, οι βουλευτικές εκλογές πρέπει να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027. Σύμφωνα με τις σημερινές δημοσκοπήσεις, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) ενδέχεται να χάσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, παραμένοντας όμως στην εξουσία μέσω συνασπισμού. Η αποδοχή του κυβερνώντος κεντροδεξιού κόμματος έχει μειωθεί από τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου του 2023, παραμένει ωστόσο το δημοφιλέστερο κόμμα και θεωρείται πιθανό να αναδειχθεί πρώτο και στις επόμενες εκλογές.
Η S&P εκτιμά ότι δεν αναμένεται ουσιαστική αλλαγή στην κατεύθυνση της πολιτικής μετά τις εκλογές, καθώς τα περισσότερα κόμματα συμφωνούν στους βασικούς στόχους, όπως η διατήρηση βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και η στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας.
Ανοιχτό μέτωπο παραμένει και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Μετά τα σχετικά χαμηλά ελλείμματα της περιόδου 2015–2019, το ισοζύγιο επιδεινώθηκε από το 2020 και μετά, εμφανίζοντας μέσο έλλειμμα 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020–2025. Η εξέλιξη συνδέεται με την ανάκαμψη της οικονομίας, τις εισαγωγές που σχετίζονται με τον RRF, την υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά και υδρογονάνθρακες, αλλά και την αδύναμη ανταγωνιστικότητα του εξωτερικού τομέα.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να αυξηθεί στο 7,0% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025. Ωστόσο, καθώς ο RRF θα αρχίσει να ολοκληρώνεται από το 2027 και οι τιμές της ενέργειας θα εξομαλύνονται, ο οίκος προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση, με το έλλειμμα να υποχωρεί στο 4,5% του ΑΕΠ έως το 2029.
Η εξωτερική θέση της Ελλάδας παραμένει συγκριτικά αδύναμη και επιβαρύνει το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας. Το καθαρό εξωτερικό χρέος των κατοίκων Ελλάδας ανήλθε στα 304 δισ. δολάρια το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 231% των εισπράξεων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, το ποσό φτάνει τα 355 δισ. δολάρια, ή στο 270% των αντίστοιχων εισπράξεων. Η S&P αναμένει ότι το καθαρό εξωτερικό χρέος θα παραμείνει σε μεγάλο βαθμό σταθερό.
Πηγή: Ot.gr

